Αμβλυωπία

Το μάτι λειτουργεί βασικά όπως η φωτογραφική μηχανή. Το φως εισέρχεται μέσα από την κόρη του ματιού, ένα μικρό πέρασμα που λειτουργεί όπως το διάφραγμα του φακού στη φωτογραφική μηχανή. Η εικόνα που μεταφέρεται από τις φωτεινές ακτίνες, εστιάζεται επάνω στον αμφιβληστροειδή από τον φακό του ματιού, όπως ακριβώς ο φακός της φωτογραφικής μηχανής αποτυπώνει την εικόνα πάνω στο φιλμ. Ο έγχρωμος δακτύλιος του ματιού, η ίριδα, ελέγχει την ένταση του φωτός που εισέρχεται στο μάτι: αυτόματα ανοίγει (διεύρυνση) και κλείνει (στένωση) την κόρη του ματιού, όταν το φως του περιβάλλοντος μεταβάλλεται.

Το ανθρώπινο μάτι είναι βέβαια πιο πολύπλοκο από τη φωτογραφική μηχανή. Το εξωτερικό τμήμα του καλύπτεται από ένα ανθεκτικό λευκό στρώμα που λέγεται σκληρός χιτώνας. Στο πρόσθιο τμήμα βρίσκεται ο κερατοειδής, το διαυγές κάλυμμα που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός. Σύστημα μυών μέσα στο μάτι (ακτινωτό σώμα), μεταβάλλει αυτόματα το σχήμα του φακού, για να εστιαστεί το φως επάνω στον αμφιβληστροειδή, ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρει τις εικόνες στον εγκέφαλο μέσω του οπτικού νεύρου.

Οι κινήσεις των ματιών πάνω, κάτω και δεξιά ή αριστερά, ελέγχονται από 6 ζεύγη μυών που βρίσκονται στην εξωτερική επιφάνεια του κάθε ματιού. Στη φυσιολογική όραση, και τα δύο μάτια κινούνται και κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό επιτυγχάνεται λόγω της συνεργασίας των ματιών: όταν τα μάτια κινούνται, το ένα ζευγάρι μυών συσπάται, καθώς το άλλο ζευγάρι χαλαρώνει. Κάθε ζεύγος μυών είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε να κρατά τα μάτια σε παράλληλη θέση. Κάθε ζεύγος μυών είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε, όταν ο ένας ασκεί έλξη, ο άλλος να χαλαρώνει. Τα ζεύγη των μυών δεν λειτουργούν σαν ομάδα. Ένα ζεύγος μπορεί να ασκεί έλξη προς τα έσω, προς τα έξω, προς τα κάτω ή προς τα πάνω. Οι μύες έχουν κατάλληλη διάταξη ώστε το μάτι να μπορεί να κινηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Για φυσιολογική όραση, θα πρέπει τα μάτια να είναι στραμμένα προς το ίδιο αντικείμενο ταυτόχρονα. Κάθε μάτι βλέπει το ίδιο αντικείμενο από ελαφρώς διαφορετική γωνία, και συνεπώς στέλνει διαφορετική εικόνα στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος λαμβάνει τις δύο εικόνες και τις αναμιγνύει σε μία μόνο εικόνα, που είναι τρισδιάστατη. Αυτή η διαδικασία ανάμιξης των δύο εικόνων σε μία λέγεται «σύντηξη», και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αντίληψη του βάθους, την ικανότητα δηλαδή να κρίνουμε τη σχετική απόσταση ανάμεσα στα αντικείμενα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οφθαλμικοί μύες δεν είναι συντονισμένοι και τα μάτια δεν μπορούν να συνεργαστούν. Όταν το ένα μάτι κοιτά ευθέως σε ένα αντικείμενο, ενώ το άλλο κινείται προς τα έσω ή προς τα έξω, δηλαδή τα μάτια δεν είναι παράλληλα (υπάρχει αστάθεια των οφθαλμικών μυών), τότε εμφανίζεται ο στραβισμός

Στην περίπτωση αυτή, η εικόνα που στέλνει το πρώτο μάτι στον εγκέφαλο είναι καθαρή, και η εικόνα από το άλλο μάτι είναι θολερή. Ο εγκέφαλος, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν μπορεί να αναμίξει τις δύο εικόνες σε μία (διπλωπία). Ο εγκέφαλος γρήγορα και αυτόματα μαθαίνει να αγνοεί τη θολερή εικόνα που βλέπει από το αδύναμο μάτι (καταστολή). Ως αποτέλεσμα, το ισχυρότερο μάτι αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λειτουργίας της όρασης και το αδύναμο αφήνεται να «τεμπελιάσει» επειδή δεν χρησιμοποιείται (αμβλυωπία).

Τα μάτια, ως αισθητήρια όργανα αντίληψης του φωτός και όλων των οπτικών ερεθισμάτων, είναι σχεδόν σε τέλεια λειτουργία από τον έκτο μήνα της ζωής του παιδιού, ενώ ο μηχανισμός του εγκεφάλου που αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται τα οπτικά ερεθίσματα, αναπτύσσεται μέχρι τα έξι με επτά χρόνια του.

Σοβαρό βήμα στη διάγνωση και αντιμετώπιση οπτικών ανωμαλιών που μπορεί να παρουσιαστούν στα παιδιά, αποτελεί η εξέταση για τη στερεοσκοπική όραση. Η στερεοσκοπική όραση είναι η οπτική ικανότητα διαχωρισμού του βάθους, που προϋποθέτει την καλή συνεργασία και των δύο ματιών. Το παιδί που έχει πολύ καλή στερεοσκοπική όραση, δηλαδή καλή οπτική οξύτητα και στα δύο μάτια, είναι αδύνατον να έχει κάποιο πρόβλημα με αμβλυωπία ή στραβισμό.

Η αμβλυωπία είναι ο ιατρικός όρος που χρησιμοποιείται όταν η όραση του ενός οφθαλμού μειώνεται επειδή αποτυγχάνει να λειτουργήσει σωστά με τον εγκέφαλο. Το ίδιο το μάτι φαίνεται μεν φυσιολογικό, αλλά για διάφορους λόγους ο εγκέφαλος ευνοεί το άλλο μάτι. 

Δηλαδή, εάν ο στραβισμός εξακολουθήσει χωρίς θεραπεία, και καθώς το παιδί μαθαίνει να βλέπει, το μάτι που ξεφεύγει, μεταφέρει θολερή εικόνα στον εγκέφαλο. Στη συνέχεια, ο εγκέφαλος απορρίπτει αυτή τη θολερή ή «διπλή» εικόνα και σύντομα, το παιδί σταματά αυτόματα να χρησιμοποιεί το αδύναμο μάτι. Ως αποτέλεσμα, αναπτύσσεται αμβλυωπία (ή όπως συχνά αναφέρεται «τεμπέλικο μάτι) στο μάτι που δεν χρησιμοποιείται, καθιστώντας το παιδί σχεδόν τυφλό στο μάτι αυτό για όλη του τη ζωή, εάν η κατάσταση δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως.

Η αμβλυωπία μπορεί να προκληθεί από οποιαδήποτε κατάσταση που εμποδίζει το μάτι να εστιάσει ξεκάθαρα.

Αμβλυωπία μπορεί να προκληθεί από:

  • την κακή ευθυγράμμιση των δύο ματιών, μια κατάσταση που ονομάζεται στραβισμός. Με τον στραβισμό, τα μάτια μπορούν να διασταυρώνονται προς τα μέσα (εσωτροπία), ή προς τα έξω (εξωτροπία).
  • Περιστασιακά, αμβλυωπία προκαλείται από μια θόλωση του εμπρόσθιου μέρους του ματιού, μια κατάσταση που ονομάζεται καταρράκτης.
  • Μια κοινή αιτία της αμβλυωπίας είναι η αδυναμία του ενός οφθαλμού να εστιάσει τόσο καλά, όσο ο άλλος.
  • Η αμβλυωπία μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις μυωπίας, υπερμετρωπίας, ή περισσότερο, στην περίπτωση αστιγματισμού. Αυτοί οι όροι, αναφέρονται στην ικανότητα του οφθαλμού να εστιάσει φως πάνω στον αμφιβληστροειδή.
     

Υπερμετρωπία, συμβαίνει όταν η απόσταση από το μπροστινό προς το πίσω μέρος του οφθαλμού είναι πολύ σύντομη. Οφθαλμοί με υπερμετρωπία έχουν την τάση να εστιάζουν καλύτερα σε μια απόσταση, αλλά έχουν μεγαλύτερη δυσκολία εστίασης σε κοντινά αντικείμενα. 

Μυωπία εμφανίζεται όταν ο οφθαλμός είναι πολύ μεγάλος από εμπρός προς τα πίσω. Οφθαλμοί με μυωπία τείνουν να εστιάζουν καλύτερα στα κοντινά αντικείμενα. Οφθαλμοί με αστιγματισμό, έχουν δυσκολία εστίασης σε μακρινά και κοντινά αντικείμενα, λόγω του ακανόνιστου σχήματός τους. 

Η αμβλυωπία είναι η πιο κοινή αιτία των προβλημάτων όρασης στα παιδιά, και επηρεάζει περίπου 2 με 3 από κάθε 100 παιδιά. Εκτός αν έχει θεραπευτεί επιτυχώς στην πρώιμη παιδική ηλικία, η αμβλυωπία συνήθως επιμένει στην ενήλικη ζωή. Είναι, επίσης, η πιο κοινή αιτία της μονόφθαλμης διπλωπίας μεταξύ των νέων και της μέσης ηλικίας ενηλίκων.

Η αναγνώριση της αμβλυωπίας δεν είναι εύκολη, καθώς το παιδί συνήθως δεν έχει συναίσθηση ότι δεν βλέπει καλά. Εκτός και αν υπάρχει μειωμένη όραση και των δύο οφθαλμών, ή κάποια εμφανής ανωμαλία στον αμβλυωπικό-τεμπέλικο οφθαλμό, η οπτική ανεπάρκεια είναι δύσκολο να διαγνωστεί. 

Ο ειδικός οφθαλμίατρος, είναι σε θέση να παρατηρήσει τυχόν διαφορές ανάμεσα στους δύο οφθαλμούς, καλύπτοντας πότε το ένα και πότε το άλλο, και ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, χρησιμοποιεί κάποια τεστ για να ελέγξει την οπτική οξύτητα. Σε μωρά, συνήθως παρατηρούνται αλλαγές στην συμπεριφορά: τα μωρά συνήθως αντιδρούν στην κάλυψη του μη αμβλυωπικού-καλού οφθαλμού, εκνευρίζονται ή και κλαίνε. Σε μικρά παιδιά, χρησιμοποιούνται πίνακες με εικόνες, ενώ σε μεγαλύτερα παιδιά πίνακες με γράμματα ή αριθμούς. Ο οφθαλμίατρος, επίσης θα εξετάσει το εσωτερικό του οφθαλμού, για να αποκλειστούν προϋπάρχουσες παθήσεις ή ανωμαλίες, που ίσως να αποτελούν την αιτία της αμβλυωπίας.

Ο ειδικός γιατρός έχει τη δυνατότητα να διαγνώσει έγκαιρα την αμβλυωπία και να την αντιμετωπίσει με τον κατάλληλο τρόπο, ανάλογα με την περίπτωση. Η αντιμετώπιση της αμβλυωπίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της όρασης. Αυτό, συνήθως επιτυγχάνεται με έναν, ή περισσότερους από τους παρακάτω τρόπους :

  1. Χορήγηση των κατάλληλων γυαλιών (εφόσον είναι απαραίτητο). Τα γυαλιά διορθώνουν τα διαθλαστικά προβλήματα και εξασφαλίζουν την καλύτερη δυνατή όραση. Ακόμη, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε μεγάλη υπερμετρωπία, μπορεί να διορθώσουν (ή να μειώσουν) και τη γωνία του στραβισμού. Η εξέταση για τη χορήγηση των απαραίτητων γυαλιών (ιδιαίτερα σε περίπτωση στραβισμού), γίνεται στα παιδιά πάντοτε με τη χρήση ειδικών σταγόνων (κυκλοπληγικών), που καταργούν την προσαρμογή των οφθαλμών, και έτσι γίνεται αντικειμενική μέτρηση της διάθλασης. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει ακόμη και σε πολύ μικρή ηλικία (μηνών ή 1-2 ετών).
  2. Κάλυψη του ματιού με την καλύτερη όραση. Η κάλυψη αυτή του «καλού» ματιού με ειδικό επίδεσμο για εβδομάδες (ή και μήνες), υποχρεώνει το παιδί να κοιτάζει με το μάτι που προηγουμένως “έφευγε” και έχει μειωμένη όραση. Αυτό, έχει σαν αποτέλεσμα, τη βελτίωση της όρασης του οφθαλμού αυτού. Κατά τη διάρκεια της κάλυψης του αμβλυωπικού οφθαλμού, τα παιδιά ενθαρρύνονται να απασχολούνται σε δημιουργικές εργασίες, ώστε να αυξήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας της θεραπείας. Επίσης απαιτούνται συχνοί έλεγχοι της όρασης για παρακολούθηση του αποτελέσματος.
  3. Χορήγηση φαρμάκων (κολλυρίων), όπως η ατροπίνη. Μπορεί να βοηθήσουν και αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις. Χρησιμοποιούνται ως εναλλακτική λύση (με μειονέκτημα τη φωτοφοβία που προκαλείται) στον μη αμβλυωπικό-καλό οφθαλμό, όταν το παιδί δεν ανέχεται τη θεραπεία κάλυψης. Συνιστάται σε ελαφριές ή μέτριες περιπτώσεις αμβλυωπίας. 
  4. Ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα μέσω computer (neurovision), για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας (9 ετών και πάνω). Είναι κλινικά αποτελεσματική θεραπεία, η οποία γίνεται μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή στο σπίτι, και αποσκοπεί στην «εκπαίδευση» του εγκεφάλου, ώστε να αναγνωρίζονται ευκρινώς οι εικόνες.
  5. Ειδικά ηλεκτρονικά γυαλιά αμβλυωπίας (Amblyz). Η τεχνολογία έρχεται να υπηρετήσει τον εξαιρετικό σκοπό της θεραπείας της αμβλυωπίας. Πρόκειται για ένα ζευγάρι παιδικών γυαλιών με έναν πολύ έξυπνο επεξεργαστή (μικρό φορητό υπολογιστή), που μοιάζει με συνηθισμένο ζευγάρι γυαλιών ηλίου. «Αυτός μπορεί να προγραμματιστεί έτσι ώστε η πολαρικότητα του γυαλιού, σε έναν από τους δύο οφθαλμούς, να κάνει το συγκεκριμένο γυαλί να “κλείνει”, όπως κλείνουν οι περσίδες σε ένα τζάμι, για δέκατα του δευτερολέπτου, με τέτοια συχνότητα και ρυθμό, ώστε το παιδί που φοράει αυτά τα γυαλιά στη διάρκεια της ημέρας, να έχει υποστεί αποτελεσματικά και ουσιαστικά “κλείσιμο” του καλού οφθαλμού και ενδυνάμωση του τεμπέλικου, δηλαδή του αμβλυωπικού, οφθαλμού».Τα γυαλιά AMBLYZ, δημιουργήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα παιδί με αμβλυωπία, συνήθως χρειάζεται διορθωτικά γυαλιά. Ο σκελετός είναι φτιαγμένος από ελαφρύ και ανθεκτικό πλαστικό, ενώ το εσωτερικό του είναι επενδεδυμένο με μαλακά υλικά, που εξασφαλίζουν τέλεια εφαρμογή και άνεση όλη την ημέρα.

 
Όταν εξασφαλισθεί ότι η όραση έχει εξισωθεί και στα δύο μάτια, τότε αυτή είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για τη χειρουργική αντιμετώπιση του στραβισμού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η θεραπεία της αμβλυωπίας δεν μπορεί να επιτύχει ουσιαστική βελτίωση της όρασης. Η απόφαση για τη διακοπή τη θεραπείας είναι δύσκολη, αλλά μερικές φορές αυτό είναι καλύτερο για το παιδί και την οικογένεια. Τα παιδιά που έχουν αμβλυωπία στο ένα μάτι και καλή όραση μόνο στο άλλο, μπορούν να φορούν γυαλιά ασφαλείας και αθλητικά γυαλιά, για να προστατεύουν το φυσιολογικό μάτι από τον τραυματισμό. Εφ 'όσον το καλό μάτι μένει υγιές, αυτά τα παιδιά μπορούν να λειτουργούν κανονικά στους περισσότερους τομείς δραστηριοτήτων.

Οι μελέτες είναι πολύ περιορισμένες αυτή τη στιγμή, και οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν το ποσοστό επιτυχίας για τη θεραπεία της αμβλυωπίας σε ενήλικες. Κατά τη διάρκεια των πρώτων επτά έως δέκα χρόνων της ζωής, το οπτικό σύστημα αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ανάπτυξης και εξέλιξης, δημιουργούνται σημαντικές συνδέσεις μεταξύ του ματιού και του εγκεφάλου. Οι επιστήμονες ερευνούν το αν η θεραπεία της αμβλυωπίας σε ενήλικες, μπορεί να βελτιώσει την όραση.

Σε όλες τις περιπτώσεις, ο στόχος είναι η καλύτερη δυνατή όραση σε κάθε μάτι. Ακόμα και αν δεν είναι εφικτό να βελτιωθεί σε όλα τα παιδιά έως 20/20, τα περισσότερα μπορούν να αποκτήσουν μια ουσιαστική βελτίωση στην όραση. Αν και υπάρχουν εξαιρέσεις, η κάλυψη του υγιούς οφθαλμού συνήθως δεν λειτουργεί τόσο καλά στα παιδιά που είναι ηλικίας άνω των 9 ετών.

Ως γονέας, μπορείτε να κάνετε 3 πολύ σημαντικά πράγματα:

  1. Να φροντίσετε ώστε η εξέταση των ματιών των παιδιών σας από οφθαλμίατρο να γίνει νωρίς (πριν την ηλικία των 3 ετών).
  2. Να αρχίσετε τη θεραπεία (εφόσον σας προταθεί), όσο το δυνατόν γρηγορότερα. 
  3. Να βεβαιωθείτε ότι τόσο εσείς, όσο και το παιδί σας ,ακολουθείτε πιστά το προτεινόμενο θεραπευτικό πλάνο.