Στραβισμός

Το μάτι λειτουργεί βασικά όπως η φωτογραφική μηχανή. Το φως εισέρχεται μέσα από την κόρη του ματιού, ένα μικρό πέρασμα που λειτουργεί όπως το διάφραγμα του φακού στη φωτογραφική μηχανή. Η εικόνα που μεταφέρεται από τις φωτεινές ακτίνες, εστιάζεται επάνω στον αμφιβληστροειδή από τον φακό του ματιού, όπως ακριβώς ο φακός της φωτογραφικής μηχανής αποτυπώνει την εικόνα πάνω στο φιλμ. Ο έγχρωμος δακτύλιος του ματιού, η ίριδα, ελέγχει την ένταση του φωτός που εισέρχεται στο μάτι: αυτόματα ανοίγει (διεύρυνση) και κλείνει (στένωση) την κόρη του ματιού, όταν το φως του περιβάλλοντος μεταβάλλεται. 

Το ανθρώπινο μάτι είναι βέβαια πιο πολύπλοκο από τη φωτογραφική μηχανή. Το εξωτερικό τμήμα του καλύπτεται από ένα ανθεκτικό λευκό στρώμα που λέγεται σκληρός χιτώνας. Στο πρόσθιο τμήμα βρίσκεται ο κερατοειδής, το διαυγές κάλυμμα που επιτρέπει τη διέλευση του φωτός. Σύστημα μυών μέσα στο μάτι (ακτινωτό σώμα), μεταβάλλει αυτόματα το σχήμα του φακού, για να εστιαστεί το φως επάνω στον αμφιβληστροειδή, ο οποίος στη συνέχεια μεταφέρει τις εικόνες στον εγκέφαλο μέσω του οπτικού νεύρου.

Οι κινήσεις των ματιών πάνω, κάτω και δεξιά ή αριστερά, ελέγχονται από 6 ζεύγη μυών που βρίσκονται στην εξωτερική επιφάνεια του κάθε ματιού. Στη φυσιολογική όραση, και τα δύο μάτια κινούνται και κοιτούν προς την ίδια κατεύθυνση. Αυτό επιτυγχάνεται λόγω της συνεργασίας των ματιών: όταν τα μάτια κινούνται, το ένα ζευγάρι μυών συσπάται, καθώς το άλλο ζευγάρι χαλαρώνει. Κάθε ζεύγος μυών είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε να κρατά τα μάτια σε παράλληλη θέση. Κάθε ζεύγος μυών είναι ρυθμισμένο έτσι ώστε, όταν ο ένας ασκεί έλξη, ο άλλος να χαλαρώνει. Τα ζεύγη των μυών δεν λειτουργούν σαν ομάδα. Ένα ζεύγος μπορεί να ασκεί έλξη προς τα έσω, προς τα έξω, προς τα κάτω ή προς τα πάνω. Οι μύες έχουν κατάλληλη διάταξη ώστε το μάτι να μπορεί να κινηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις.

Για φυσιολογική όραση, θα πρέπει τα μάτια να είναι στραμμένα προς το ίδιο αντικείμενο ταυτόχρονα. Κάθε μάτι βλέπει το ίδιο αντικείμενο από ελαφρώς διαφορετική γωνία, και συνεπώς στέλνει διαφορετική εικόνα στον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος λαμβάνει τις δύο εικόνες και τις αναμιγνύει σε μία μόνο εικόνα, που είναι τρισδιάστατη. Αυτή η διαδικασία ανάμιξης των δύο εικόνων σε μία λέγεται «σύντηξη», και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αντίληψη του βάθους, την ικανότητα δηλαδή να κρίνουμε τη σχετική απόσταση ανάμεσα στα αντικείμενα.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οφθαλμικοί μύες δεν είναι συντονισμένοι και τα μάτια δεν μπορούν να συνεργαστούν. Όταν το ένα μάτι κοιτά ευθέως σε ένα αντικείμενο, ενώ το άλλο κινείται προς τα έσω ή προς τα έξω, δηλαδή τα μάτια δεν είναι παράλληλα (υπάρχει αστάθεια των οφθαλμικών μυών), τότε εμφανίζεται ο στραβισμός. 

Στην περίπτωση αυτή, η εικόνα που στέλνει το πρώτο μάτι στον εγκέφαλο είναι καθαρή, και η εικόνα από το άλλο μάτι είναι θολερή. Ο εγκέφαλος, όσο κι αν προσπαθήσει, δεν μπορεί να αναμίξει τις δύο εικόνες σε μία (διπλωπία). Ο εγκέφαλος γρήγορα και αυτόματα μαθαίνει να αγνοεί τη θολερή εικόνα που βλέπει από το αδύναμο μάτι (καταστολή). Ως αποτέλεσμα, το ισχυρότερο μάτι αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της λειτουργίας της όρασης και το αδύναμο αφήνεται να «τεμπελιάσει» επειδή δεν χρησιμοποιείται (αμβλυωπία)

Τα μάτια, ως αισθητήρια όργανα αντίληψης του φωτός και όλων των οπτικών ερεθισμάτων, είναι σχεδόν σε τέλεια λειτουργία από τον έκτο μήνα της ζωής του παιδιού, ενώ ο μηχανισμός του εγκεφάλου που αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται τα οπτικά ερεθίσματα, αναπτύσσεται μέχρι τα έξι με επτά χρόνια του.

Σοβαρό βήμα στη διάγνωση και αντιμετώπιση οπτικών ανωμαλιών που μπορεί να παρουσιαστούν στα παιδιά, αποτελεί η εξέταση για τη στερεοσκοπική όραση. Η στερεοσκοπική όραση είναι η οπτική ικανότητα διαχωρισμού του βάθους, που προϋποθέτει την καλή συνεργασία και των δύο ματιών. Το παιδί που έχει πολύ καλή στερεοσκοπική όραση, δηλαδή καλή οπτική οξύτητα και στα δύο μάτια, είναι αδύνατον να έχει κάποιο πρόβλημα με αμβλυωπία ή στραβισμό.

Ο στραβισμός είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάθε κατάσταση κατά την οποία τα μάτια δεν είναι παράλληλα, δηλαδή όταν το ένα μάτι στρέφεται ή ξεφεύγει προς τα μέσα, έξω, πάνω ή κάτω. Συχνότερα, ο στραβισμός εμφανίζεται λόγω επίμονης αστάθειας των οφθαλμικών μυών. 

Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι μερικά κοινά χαρακτηριστικά των παιδιών στην περίοδο ανάπτυξής τους, μπορούν να δημιουργήσουν την εντύπωση στραβισμού. Αυτό λέγεται «ψευδοστραβισμός». Για παράδειγμα, η επίπεδη μύτη τους πρώτους μήνες ζωής του παιδιού, δίνει τη λανθασμένη εντύπωση ότι τα μάτια τους στρέφονται προς τα μέσα. Μόνο ο παιδίατρος, και ο οφθαλμίατρος ως πιο ειδικός, μπορεί να διαγνώσει τυχόν απόκλιση που μπορεί να έχει το ένα ή το άλλο.

Η αστάθεια των οφθαλμικών μυών, η κακή συνεργασία των δύο ματιών στην αντίληψη των οπτικών ερεθισμάτων. Εάν υπάρχει κληρονομικό ιστορικό στραβισμού στην οικογένεια, κρίνεται σκόπιμο να παρακολουθούμε στενά το παιδί μας για σημεία της πάθησης, γιατί ο στραβισμός τείνει να έχει κληρονομικό χαρακτήρα.

Δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο να ξεφεύγει το ματάκι ενός νεογέννητου. Κατά τη γέννηση, οι μύες του ματιού δεν είναι ακόμα συντονισμένοι, αλλά μέσα σε λίγες εβδομάδες, και ενώ το νεογνό μαθαίνει να κινεί και τα δύο μάτια ταυτόχρονα, το μάτι δεν ξεφεύγει πια. Εάν όμως η κατάσταση συνεχιστεί για διάστημα που ξεπερνά την πρώιμη νεογνική ηλικία, τότε η άμεση παρέμβαση του ιατρού, μπορεί να είναι απαραίτητη. Ο στραβισμός, μπορεί να είναι εμφανής συνεχώς, ή να εμφανίζεται όταν το παιδί είναι κουρασμένο, άρρωστο ή όταν εστιάζει σε κοντινά αντικείμενα. Ο στραβισμός μπορεί να εμφανιστεί από την πρώτη μέρα της γέννησης ή και αργότερα, κατά την παιδική ηλικία, ακόμη και την ενηλικίωση.

Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, ο στραβισμός γίνεται αρχικά αντιληπτός από τους γονείς. Στην περίπτωση του στραβισμού, μόλις οι γονείς αντιληφθούν ότι το ένα μάτι του παιδιού «φεύγει», είναι απολύτως αναγκαίο να το πάνε για οφθαλμολογικό έλεγχο, που μπορεί να γίνει από πολύ μικρή κιόλας ηλικία. Στην πραγματικότητα, ακόμα και τα νεογνά μπορούν να εξετασθούν με επιτυχία. Αντίθετα, η αναμονή μέχρι τη σχολική ηλικία, μπορεί τελικά να αποδειχθεί επιβλαβής στην αντιμετώπιση του στραβισμού. Συνήθως, το ιατρικό ιστορικό παρέχει τα πρώτα στοιχεία για τη μορφή του στραβισμού.

Cover test: Μια εξέταση που χρησιμοποιείται για να φανεί κατά πόσο αποκλίνει το μάτι σε περίπτωση στραβισμού. Η εξέταση, ξεκινάει με μια εκτίμηση της στάσης του κεφαλιού. Η γωνία της απόκλισης του ματιού υπολογίζεται μέσω απεικονίσεων του κερατοειδή και του διορθωτικού σακκαδισμού (cover test). Μπορεί να εκτελεστεί με δύο μεθόδους: την cover-uncover δοκιμασία και την εναλλάξ cover δοκιμασία. Κατά την τελευταία, ενώ η προσοχή του ασθενούς κατευθύνεται σε ένα μικρό σταθερό αντικείμενο, το ένα μάτι καλύπτεται, και ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα αποκαλύπτεται. Αν το μη καλυμμένο μάτι κινείται για να δει την εικόνα, τότε υπάρχει στραβισμός. 

Η συχνή cover-uncover εξέταση, επιτρέπει τη διαφοροποίηση μεταξύ «κανονικού» στραβισμού και «ψευδοστραβισμού». 

Η εξέταση Lang, η εξέταση Bagolini και η εξέταση με ελαφρώς κόκκινο γυαλί, παρέχουν πληροφορίες για την ποιότητα της στερεοσκοπικής όρασης (ανώμαλη και ομαλή ανταπόκριση του αμφιβληστροειδούς). 

Η εξέταση της οπτικής οξύτητας και της σταθερότητας του βλέμματος: Χωρίς την εκτίμηση της σταθερότητας, ούτε η cover δοκιμασία, ούτε οι δοκιμασίες για τη στερεοσκοπική όραση μπορούν να ερμηνευθούν επαρκώς. 

Στην πρώτη ένδειξη στραβισμού λοιπόν, είναι αναγκαίο να πραγματοποιούνται συχνές οφθαλμολογικές εξετάσεις, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για «ψευδοστραβισμό» ή όχι. Οι ειδικές εξετάσεις όμως για στραβισμό, παρόλο που είναι αρκετά ακριβείς, δεν αρκούν για την συνόλικη εκτίμηση της κατάστασης της όρασης του παιδιού. Πλήρης οφθαλμολογική εξέταση, που θα περιλαμβάνει εκτίμηση της οπτικής οξύτητας και της σταθερότητας του βλέμματος, είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη ενημερώση των γονιών σχετικά με την κατάσταση των ματιών του παιδιού τους.

Ήδη, από τη δεκαετία του ’60, έγινε γνωστό πως η ανάπτυξη των εγκεφαλικών λειτουργιών έχει πολύ μεγάλη «πλαστικότητα» στην πρώιμη παιδική ηλικία. Πρακτικά, αυτό σημαίνει πως η έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση τυχόν οπτικού προβλήματος στα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του παιδιού, μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και να βοηθήσει στην καλή λειτουργία των ματιών του για το υπόλοιπο της ζωής του. 

Ο μύθος ότι ένα παιδί που πάσχει από στραβισμό μπορεί να θεραπευτεί μεγαλώνοντας, προήλθε από το γεγονός ότι πολλά νεογέννητα έχουν"ψευδοστραβισμό". Επειδή η μύτη του βρέφους είναι επίπεδη, μη ανεπτυγμένη, μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι το βλέμμα διασταυρώνεται. Καθώς όμως το παιδί μεγαλώνει, η μύτη στενεύει, και το πρόβλημα εξαφανίζεται. Ο αληθινός στραβισμός δεν εξαφανίζεται χωρίς θεραπεία. Αντιθέτως, η έλλειψη διάγνωσης και αντιμετώπισης του προβλήματος, μπορεί να αποδειχθεί πολύ επιβλαβής για την όραση, ακόμα και να οδηγήσει σε μόνιμη απώλειά της. 

Το πρόβλημα του κάθε παιδιού διαφέρει, και γι’ αυτό απαιτεί ειδική θεραπευτική αγωγή. Η θεραπεία θα συμπεριλάβει κάποιο συνδυασμό κάλυψης του ματιού, με ή χωρίς χορήγηση γυαλιών, ή και επέμβαση. Οι οφθαλμικές σταγόνες και οι ασκήσεις, είναι αποτελεσματικές σε κάποιες περιπτώσεις. Όμως, καμία από τις θεραπείες δεν θα έχει την προσδοκώμενη επιτυχία, χωρίς τη βοήθεια των γονιών.

Η συνταγή γυαλιών δίνεται συχνά για να «ισιώσουν» τα μάτια ενός παιδιού. Προσφέροντας όραση της μέγιστης δυνατής οξύτητας, τα γυαλιά κάνουν τη θεραπεία πολύ πιο εύκολη. 

Πώς μπορούν τα γυαλιά να σταματήσουν τον στραβισμό του παιδιού μου; 

Σε ένα υπερμετρωπικό παιδί με στραβισμό, τα γυαλιά δεν χορηγούνται για τη βελτίωση της οράσεως, εφόσον η όραση είναι συνήθως φυσιολογική. Αντίθετα, χορηγούνται για να απαλλάξουν τα μάτια από την ανάγκη για προσαρμογή. Η εστίαση γίνεται τώρα από τα γυαλιά, και όχι από τους μυς του ματιού, και τα μάτια αφήνονται να έρθουν σε παράλληλη θέση. Για ένα παιδί με μυωπία ή αστιγματισμό, τα γυαλιά μπορούν τόσο να βελτιώσουν την όραση, όσο και να αυξήσουν τις πιθανότητες να ξεπεραστεί η αμβλυωπία και να επιτευχθεί η σύντηξη. 

Εάν το παιδί μου φορά γυαλιά, θα χρειαστεί κάλυψη του ματιού ή χειρουργείο; 

Ορισμένες φορές, τα γυαλιά και μόνο μπορούν να ισιώσουν με επιτυχία τα μάτια. Ωστόσο, συχνά, τα γυαλιά θα ισιώσουν τα μάτια μόνο εν μέρει, και η επέμβαση θα είναι ακόμα απαραίτητη. Στην περίπτωση της αμβλυωπίας, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί κάλυψη του ματιού και γυαλιά. 

Εάν το παιδί μου βλέπει καλά χωρίς γυαλιά, γιατί θα πρέπει να τα φορά διαρκώς; 

Να θυμάστε ότι τα γυαλιά για το παιδί με υπερμετρωπία χορηγούνται για να ισιώσουν τα μάτια, και όχι για να βελτιώσουν την όραση. Για να είναι αποτελεσματικά όμως, το παιδί θα πρέπει να τα φορά διαρκώς. 

Πότε μπορεί το παιδί μου να πάψει να φορά γυαλιά; 

Καθώς το παιδί μεγαλώνει, το μάτι μεγαλώνει κι αυτό, και αναπτύσσεται αλλάζοντας σχήμα (πιο μακρύ και λιγότερο υπερμετρωπικό). Το παιδί με υπερμετρωπία που χρειαζόταν γυαλιά για να ισιώσει τα μάτια, θα χρειάζεται όλο και ασθενέστερους φακούς, όσο περνούν τα χρόνια. Συχνά, τα γυαλιά δε χρειάζονται πια όταν το παιδί μπεί στην εφηβεία. Ωστόσο, εάν τα γυαλιά χορηγηθούν για τη διόρθωση μυωπίας ή αστιγματισμού, μπορεί να εξακολουθήσουν να χρειάζονται, με σκοπό να βοηθήσουν το παιδί να εστιάσει.

Η επέμβαση στραβισμού χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με τα γυαλιά και την κάλυψη του υγιούς ματιού, για να διορθώσει τον συντονισμό των μυών του ματιού. Είναι μία ασφαλής και απλή επέμβαση. Ρυθμίζοντας την τάση των εξωτερικών μυών στο ένα ή και στα δύο μάτια, τα μάτια μπορούν να ισιώσουν. Εάν η επέμβαση γίνει σε μεγαλύτερο παιδί, τα μάτια μπορεί να ισιώσουν, αλλά η σύντηξη δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Η επέμβαση στραβισμού χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με τα γυαλιά και την κάλυψη του υγιούς ματιού, για να διορθώσει τον συντονισμό των μυών του ματιού. Είναι μία ασφαλής και απλή επέμβαση. Ρυθμίζοντας την τάση των εξωτερικών μυών στο ένα ή και στα δύο μάτια, τα μάτια μπορούν να ισιώσουν. Εάν η επέμβαση γίνει σε μεγαλύτερο παιδί, τα μάτια μπορεί να ισιώσουν, αλλά η σύντηξη δεν μπορεί να επιτευχθεί.

Το παιδί σας μπορεί να χειρουργηθεί σε κάποιο νοσοκομείο, ή χειρουργικές εγκαταστάσεις εξωτερικών ιατρείων. Δεν απαιτείται παραμονή του παιδιού στο νοσοκομείο για όλη την ημέρα. Θα γίνουν οι εξετάσεις ρουτίνας (αίματος και ούρων), και θα συναντήσετε τον οφθαλμίατρό σας. Ο αναισθησιολόγος μπορεί να απαντήσει σε κάθε ερώτησή σας σχετικά με την αναισθησία που θα χρησιμοποιηθεί. 

Κατά την επέμβαση, θα δοθεί στο παιδί ένα καταπραϋντικό που θα φέρει υπνηλία, πριν από την είσοδό του στο χειρουργείο. Ο αναισθησιολόγος, θα βεβαιωθεί ότι το παιδί κοιμάται σε όλη τη διάρκεια της επέμβασης. Μετά από την επέμβαση, ειδικά εκπαιδευμένες νοσοκόμες, θα επιβλέπουν προσεκτικά το παιδί σας. Αφού ξυπνήσει, το παιδί θα μεταφερθεί στο αναρρωτήριο. Μπορεί να υπάρξει μικρός ή και καθόλου πόνος από την επέμβαση. Το αναισθητικό μπορεί να φέρει ελαφριά ναυτία. Για ένα σύντομο διάστημα, το ένα ή και τα δύο μάτια μπορεί να σκεπασθούν με χειρουργική κάλυψη.

Το παιδί σας θα μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι πολύ σύντομα, πιθανώς και την ημέρα της επέμβασης. Ο ιατρός, ίσως σας δώσει κάποια αλοιφή ή σταγόνες για να βάζετε στο μάτι του παιδιού για λίγες ημέρες. Τα μάτια θα είναι κόκκινα στα σημεία όπου έγινε η ρύθμιση των μυών, αλλά αυτό θα υποχωρήσει σε δύο εβδομάδες περίπου. Το παιδί σας θα μπορέσει να επιστρέψει σε μία φυσιολογική ρουτίνα μέσα σε μία με δύο μέρες. Βεβαιωθείτε ότι ακολουθείτε τις συγκεκριμένες οδηγίες του ιατρού σας.

Όταν ένα παιδί υποβάλλεται σε επέμβαση στραβισμού, μία επέμβαση συνήθως αρκεί. Ωστόσο, το ποσοστό της διόρθωσης που είναι σωστό για ένα παιδί, μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγάλο ή πολύ μικρό για ένα άλλο. Είναι πάντοτε δυνατό να χρειαστούν παραπάνω από μία επεμβάσεις.

Η επέμβαση, έχει στόχο να θεραπεύσει μόνο εκείνο το ποσοστό του στραβισμού που δεν μπορεί να διορθωθεί από τα γυαλιά. Να θυμάστε ότι τα μάτια του παιδιού σας θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται, και ότι τα γυαλιά για υπερμετρωπία πιθανώς δε θα χρειάζονται μέσα σε λίγα χρόνια. Εάν γίνει θεραπεία μόνο με χειρουργείο όσο το παιδί είναι μικρό, τότε κατά την εφηβεία, τα μάτια θα μπορεί να αρχίσουν να στρέφονται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εάν τα γυαλιά ήταν απαραίτητα πριν την επέμβαση, το πιο πιθανό είναι ότι θα χρειάζονται και μετά την επέμβαση. Η επέμβαση θα βοηθήσει να ισιώσουν τα μάτια του παιδιού σας, αλλά είναι μόνο ένα θεραπευτικό εργαλείο, όχι ολοκληρωμένη θεραπεία. Το παιδί σας θα χρειαστεί να φορά γυαλιά, έως ότου η θεραπεία ολοκληρωθεί. Ορισμένες φορές, η κάλυψη του ματιού για την αμβλυωπία θα είναι επίσης απαραίτητη μετά από την επέμβαση.

Οι ασκήσεις του οφθαλμού (ασκήσεις ορθοπτικής), μπορούν να φανούν χρήσιμες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στραβισμού. Έχουν σκοπό να βοηθήσουν τα μάτια να κινούνται μαζί, και υποβοηθούν την σύντηξη
των εικόνων. Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα χρήσιμες μετά από την επέμβαση, ή για τη θεραπεία ενός παιδιού που τα μάτια του είναι σχεδόν ίσια. 

Η ορθοπτική μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να αξιολογηθεί η δυνατότητα του παιδιού για σύντηξη των εικόνων πριν από την επέμβαση, και για να «προετοιμάσει» τα μάτια για τη σύντηξη μετά από την επέμβαση. Οι ασκήσεις ορθοπτικής γίνονται συνήθως κάτω από την παρακολούθηση του οπτομέτρη ή ενός ειδικευμένου στην ορθοπτική ιατρού. 

O Δρ.Κανελλόπουλος, σε συνεργασία με ιατρούς ειδικευμένους στην παιδοφθαλμολογία στις ΗΠΑ, έχει προσαρμόσει ένα πρόγραμμα ασκήσεων του ματιού που γίνονται μέσω ηλ. υπολογιστή στο σπίτι. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι τα περισσότερα παιδιά την αντιμετωπίζουν σαν παιχνίδι, με αποτέλεσμα την αύξηση της συμμετοχής, και επομένως καλύτερα αποτελέσματα.

Αρχίζοντας τη θεραπεία όσο το δυνατό νωρίτερα, και με τη σωστή παρακολούθηση των οδηγιών του ιατρού, μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί σας να μπει στο «σωστό δρόμο» για να επιτύχει και να διατηρήσει καλή όραση.

  1. Προστασία της όρασης: Εάν αναζητήσετε τη θεραπεία νωρίς, σιγουρευτείτε ότι η κάλυψη του ματιού μένει στη θέση του και ότι τα γυαλιά φοριούνται καθημερινά, το παιδί σας έχει πολύ καλές πιθανότητες να μάθει να βλέπει σωστά. 
  2. Να ισιώσει τα μάτια: Στις περισσότερες περιπτώσεις, η χειρουργική επέμβαση θα ισιώσει τα μάτια του παιδιού σας. Έτσι ,βελτιώνεται η εμφάνιση του παιδιού, ακόμα και αν το πρόβλημα βρέθηκε πολύ αργά για να αποκατασταθεί η όραση στο τεμπέλικο μάτι. 
  3. Να συντονίσει τη λειτουργία των ματιών: Η σύντηξη των εικόνων, μπορεί να επιτευχθεί με τον πρώιμο εντοπισμό και την άμεση θεραπεία. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι πάντοτε δυνατό, ειδικά σε παιδιά που γεννήθηκαν με στραβισμό, ή σε εκείνα που είχαν στραβισμό για αρκετό καιρό πριν τη θεραπεία. Τα μάτια αυτών των παιδιών μπορούν να διορθωθούν ώστε να φαίνονται καλύτερα, αλλά κάποιο πρόβλημα της όρασης θα παραμείνει. Ανεξάρτητα από το πόσο καλά θα γίνει η θεραπεία, η τέλεια σύντηξη των εικόνων δεν θα επιτευχθεί ποτέ. Ευτυχώς, η έλλειψη της σύντηξης δεν αποτρέπει το παιδί από μία φυσιολογική ζωή –το παιδί μπορεί να έχει φυσιολογικές επιδόσεις σε όλα τα σπορ, και περιορίζεται ελάχιστα στην επιλογή της καριέρας.