Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι πολύ συχνά, καθώς προσβάλλουν το 5-10% των κατοίκων των βιομηχανικά ανεπτυγμένων κρατών. Η συχνότητά τους αυξάνεται συνεχώς, ενώ οι γυναίκες προσβάλλονται σε σημαντικά υψηλότερα ποσοστά.
Τα νοσήματα αυτά εκδηλώνονται όταν ο οργανισμός χάνει την ικανότητα να ξεχωρίζει τα δικά του φυσικά συστατικά (π.χ. τις πρωτεΐνες), με συνέπεια να τους επιτίθεται και να τα καταστρέφει, βλάπτοντας υγιή κύτταρα και ιστούς.
Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι περισσότερα από 100. Συμπεριλαμβάνουν από την ρευματοειδή αρθρίτιδα, τη θυρεοειδίτιδα Hashimoto και τον συστηματικό ερυθηματώδη λύκο έως την πολλαπλή σκλήρυνση (σκλήρυνση κατά πλάκας) και τον διαβήτη τύπου 1.
Λόγω της απορρύθμισης του ανοσοποιητικού που τα προκαλεί και των πολύπλοκων μηχανισμών που τη διέπουν, σχεδόν 25% των πασχόντων από ένα αυτοάνοσο νόσημα, εκδηλώνει τελικά και δεύτερο.
Στο 80% των περιπτώσεων οι ασθενείς είναι γυναίκες. Μελέτες έχουν δείξει πως υπάρχει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στο χρωμόσωμα Χ που προσδιορίζει το γυναικείο φύλο και τις αυτοάνοσες παθήσεις, καθώς το συγκεκριμένο χρωμόσωμα φέρει αρκετά γονίδια που ρυθμίζουν τις ανοσολογικές αντιδράσεις.
«Τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι μία ομάδα διαταραχών κατά τις οποίες το ανοσοποιητικό σύστημα λανθασμένα επιτίθεται στα κύτταρα, τους ιστούς ή τα όργανά του, προκαλώντας χρόνια φλεγμονή και ιστικές βλάβες. Οι ασθένειες αυτές είναι κυρίως συστηματικές, δηλαδή αφορούν ολόκληρο τον οργανισμό και πολλά συστήματα οργάνων. Γι’ αυτό τον λόγο έχουν ποικίλες εκδηλώσεις (συμπτώματα)», εξηγεί ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος, ιδρυτής και επιστημονικός διευθυντής του Ινστιτούτου Οφθαλμολογίας LaserVision, Καθηγητής Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.
Το οφθαλμολογικό σύστημα είναι ένα από αυτά που συχνά πλήττονται από τα αυτοάνοσα νοσήματα, καθώς τα μάτια είναι εξαιρετικά ευάλωτα στις επιδράσεις του ανοσοποιητικού.
«Οι οφθαλμολογικές εκδηλώσεις των αυτοάνοσων νοσημάτων συχνά αντανακλούν υποκείμενη συστηματική δραστηριότητα. Συχνά, δε, αναπτύσσονται πριν εμφανιστούν τα άλλα συμπτώματα των νοσημάτων αυτών», τονίζει ο καθηγητής.
Χαρακτηριστικές οφθαλμολογικές επιπλοκές από αυτοάνοσα νοσήματα είναι ενδεικτικά η ξηρότητα στα μάτια (ξηροφθαλμία) που παρουσιάζουν οι πάσχοντες από το σύνδρομο Sjörgen, η ραγοειδίτιδα που προκαλεί η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα, καθώς και η σκληρίτιδα, η επισκληρίτιδα και η κερατίτιδα που προκαλεί η ρευματοειδής αρθρίτιδα.
«Ραγοειδίτιδα, που είναι σοβαρή διόγκωση και φλεγμονή στο μέσο τμήμα του ματιού, μπορεί να προκαλέσουν και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου, η πολλαπλή σκλήρυνση, η σαρκοείδωση και η νόσος Behcet. Η ραγοειδίτιδα δεν είναι συχνή, αλλά μπορεί να προκαλέσει σημαντική απώλεια όρασης», διευκρινίζει ο κ. Κανελλόπουλος.
Δύο άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η κοκκιωμάτωση με πολυαγγειΐτιδα, προκαλούν συχνά αγγειΐτιδα στον αμφιβληστροειδή χιτώνα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού. Η δε νόσος του Graves μπορεί να προκαλέσει οφθαλμοπάθεια που χαρακτηρίζεται από ώθηση του οφθαλμικού βολβού προς τα έξω.
Τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (η ελκώδης κολίτιδα και η λιγότερο συχνή νόσος του Crohn) προσβάλλουν τη γαστρεντερική οδό. Ο ερυθηματώδης λύκος μπορεί να προσβάλλει πολλαπλά όργανα και τις αρθρώσεις. Η πολλαπλή σκλήρυνση βλάπτει τις νευρικές ίνες στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό. Η αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα επιτίθεται στη σπονδυλική στήλη. Η νόσος Behcet προκαλεί φλεγμονή στα αιμοφόρα αγγεία. Η σαρκοείδωση προσβάλλει τους πνεύμονες, τις αρθρώσεις και άλλα όργανα. Η νόσος του Graves προκαλεί υπερλειτουργία του θυρεοειδούς αδένα.
Όλα τα προαναφερθέντα αυτοάνοσα νοσήματα και πολλά άλλα μπορεί να προκαλέσουν από ήπια έως σοβαρά συμπτώματα στα μάτια, φθάνοντας μερικές φορές στο σημείο να απειλήσουν την όραση. «Η έγκαιρη ανίχνευση των οφθαλμολογικών εκδηλώσεων των αυτοάνοσων παθήσεων και η ορθή αντιμετώπισή τους μπορεί να προστατεύσουν τα μάτια από τις μη αναστρέψιμες βλάβες και να βελτιώσουν τις εκβάσεις», τονίζει ο ειδικός.
Τα οφθαλμολογικά συμπτώματα από τα αυτοάνοσα νοσήματα παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση, καθώς εξαρτώνται από το υποκείμενο νόσημα. Συνηθισμένες εκδηλώσεις είναι το κοκκίνισμα των ματιών, ο πόνος (μερικές φορές έντονος), η δυσανεξία στο φως (φωτοφοβία), το θόλωμα της όρασης και η αίσθηση αιωρούμενων σωματιδίων στο οπτικό πεδίο.
Οι ασθενείς μπορεί επίσης να παρουσιάσουν διαταραχή της όρασης στο ένα ή και στα δύο μάτια, καθώς και αίσθημα καύσου (κάψιμο), έντονη ξηρότητα, αλλαγές στην έγχρωμη όραση, μεταμορφοψία (ο ασθενής βλέπει παραμορφωμένες τις ευθείες γραμμές), διπλωπία (βλέπει διπλά είδωλα) ή και απώλεια της κεντρικής όρασης.
«Ειδικά για την Ελλάδα, τη χώρα όπου σχεδόν 1 στις 5 γυναίκες έχουν θυρεοειδοπάθεια, η διπλωπία στις ηλικίες 20-60 ετών πρέπει να θεωρείται αρχικά ως εκδήλωση θυρεοειδοπάθειας (Graves ή Hashimoto), ακόμη και εάν οι αιματολογικές εξετάσεις είναι αρνητικές», υπογραμμίζει ο κ. Κανελλόπουλος.
Συνιστά επίσης στις γυναίκες με διπλωπία να συμβουλεύονται τον οφθαλμίατρό τους για να αξιολογεί κλινικά τα συμπτώματά τους. «Είναι πιθανό με την μαγνητική τομογραφία οφθαλμικών κόγχων (με τομές 1 mm) να αποκαλυφθεί η κλασική πάχυνση σε ορισμένους από τους εξωφθάλμιους μυς», εξηγεί.
Η αλήθεια είναι ότι λόγω της φύσης των οφθαλμολογικών εκδηλώσεων που έχουν τα αυτοάνοσα νοσήματα, δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί η ακριβής υποκείμενη αιτία τους, ιδίως στα άτομα που δεν έχουν ακόμα διάγνωση της αυτοανοσίας τους. Οπωσδήποτε όμως «βοηθούν πολύ οι εξελιγμένες διαγνωστικές τεχνικές, όπως η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η OCT αγγειογραφία, η λειτουργική απεικόνιση και η μέτρηση ορισμένων ουσιών (βιοδείκτες) στο αίμα», συνεχίζει ο κ. Κανελλόπουλος.
Η αντιμετώπιση των οφθαλμολογικών εκδηλώσεων των αυτοάνοσων παθήσεων εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία τους. Αναλόγως με το νόσημα και την οφθαλμική επιπλοκή, οι πιθανές θεραπευτικές επιπλοκές κυμαίνονται από χρήση ειδικών σταγόνων και ειδικά γυαλιά ή πρίσματα έως λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις. Σε κάθε περίπτωση, «οι πάσχοντες από αυτοάνοσα νοσήματα καλό είναι να συμβουλεύονται προληπτικά τον οφθαλμίατρό τους. Εάν η υποκείμενη πάθησή τους μπορεί να προσβάλλει τα μάτια τους, καλό είναι να το γνωρίζουν εκ των προτέρων, ώστε να ξέρουν τι να κάνουν αν παρουσιάσουν ύποπτα συμπτώματα», καταλήγει ο καθηγητής.





