Γλαύκωμα
 

Με τον όρο γλαύκωμα, αναφερόμαστε σε μια ομάδα οφθαλμικών παθήσεων με κοινό χαρακτηριστικό τους την προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου. Η πιο συνηθισμένη αιτία που προκαλεί τη βλάβη αυτή είναι η αυξημένη πίεση του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση). 

Το γλαύκωμα αρχικά συνοδεύεται από μείωση της περιφερικής όρασης και συχνά οι ασθενείς δεν παρατηρούν την απώλεια όρασης, παρά μόνον αφού έχει ήδη προκληθεί πολύ σημαντική βλάβη. Εφόσον δε διαγνωσθεί και δε θεραπευθεί έγκαιρα, μπορεί να προκαλέσει καταστροφική βλάβη του οπτικού νεύρου, οδηγώντας στα τελικά στάδια της νόσου, την ολική τύφλωση.

«Ο όρος γλαύκωμα αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη και προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη γλαυκός (ανοιχτό γαλάζιο) και την κατάληξη “-ωμα” (από το σύμ­πτωμα).»

 

Το γλαύκωμα αποτελεί την κύρια αιτία τύφλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες για άτομα κάτω των 65 ετών, ενώ εκατομμύρια άτομα σε όλο τον κόσμο είναι σε κίνδυνο για την απώλεια της όρασής τους.

Το οπτικό νεύρο μπορεί να παρομοιαστεί με ένα ηλεκτρικό καλώδιο, το οποίο ξεκινά από το πίσω εσωτερικό μέρος του οφθαλμού, τον αμφιβληστροειδή και καταλήγει στον εγκέφαλο. Περιέχει έναν τεράστιο αριθμό νευρικών ινών, περίπου 1.000.000, μέσω των οποίων μεταδίδεται η εικόνα που αποτυπώνει ο οφθαλμός μας στον εγκέφαλο. Η υγεία του οπτικού νεύρου είναι αναγκαία προϋπόθεση για την καλή όραση.

Το πρόσθιο τμήμα του οφθαλμού, περιέχει ένα διαυγές υγρό (υδατοειδές υγρό) και συντελεί στη θρέψη και στη διατήρηση μιας σταθερής ενδοφθάλμιας πίεσης. Το υδατοειδές υγρό παράγεται εντός του οφθαλμού, και αποχετεύεται μέσω ενός συμπλέγματος μικρών καναλιών που μοιάζουν με μικρά σφουγγάρια και ονομάζονται δοκιδωτό δίκτυο (trabecular meshwork). 

Το σύστημα των κα­να­λιών απο­χέτευσης βρίσκεται στη γωνία που σχηματίζει ο κερατοειδής με την πε­ρι­φέ­ρεια της ίριδας (γωνία αποχέτευσης). 

Στα περισσότερα άτομα η γωνία αυτή είναι ανοικτή, ενώ σε άλλα άτομα, στενή ή και κλει­στή. Όταν η ροή και η αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού είναι φυσιολογική, η ενδοφθάλμια πίεση κυμαίνεται από 8 έως 20 mm Hg. 

Άλ­λοι παράγοντες, όπως το πάχος του κε­ρατοειδή, μπορεί να επιτρέψουν αποκλίσεις των μετρήσεων από τον/την οφθαλμίατρο, από αυτό το φυσιολογικό εύρος. Συγκεκριμένα, σε έναν πιο λεπτό κερατοειδή, αντιστοιχούν μεγαλύτερες τιμές ενδοφθάλμιας πίεσης από αυτές που εκτιμά η μέτρηση του οφθαλμίατρου, ενώ σε έναν πιο παχύ κερατοειδή, μικρότερες τιμές, αντίστοιχα. 

Αν για κάποιο λόγο η αποχέτευση παρεμποδίζεται, αυξάνεται η ενδοφθάλμια πίεση. 

Η αυξημένη πίεση προκαλεί συνήθως βλάβη στις ίνες του οπτικού νεύρου, όπου αρχικά εκδηλώνεται με περιορισμό του οπτικού πεδίου, περιφερικά. 

Σε πιο προχωρημένα στάδια, το οπτικό πεδίο περιορίζεται και κεντρικά, οδηγώντας έτσι σε πλήρη απώλεια της όρασης, σε διάστημα από 1 μέχρι 10 χρόνια. 

Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί ότι η διάγνωση γίνεται μόνο με επιμελή εξέταση από οφθαλμίατρο. 

Εάν η αποχετευτική οδός του οφθαλμού έχει φραχθεί, τότε το υδατοειδές υγρό δεν μπορεί να διοχετευθεί φυσιολογικά. Στην περίπτωση αυτή το υδατοειδές υγρό συγκεντρώνεται στον πρόσθιο θάλαμο του οφθαλμού, η ενδοφθάλμια πίεση αυξάνεται και το οπτικό νεύρο επηρεάζεται. 

Αυτό συμβαίνει γιατί οι απολήξεις των οπτικών ινών του νεύρου είναι ιδιαίτερα ευπαθείς στην αύξηση της πίεσης, και η βλάβη τους έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση επιπλοκών στη μετάδοση του οπτικού σήματος μέσω του οπτικού νεύρου στον εγκέφαλο. 

Αρχικά, επη­ρεάζονται οι ίνες του οπτικού νεύρου που φέρουν την πληροφορία από την περιφέρεια του οπτικού πεδίου, προ­κα­λώ­ντας την εμφάνιση περιφερειακών σκοτωμάτων. Σταδιακά, η απώλεια της περιφερικής όρασης εξαπλώνεται, αφή­νοντας μόνο μια μικρή περιοχή με ικανοποιητική όραση, στο κέντρο. Η όραση αυτή λέγεται σωληνοειδής (σαν να βλέπουμε μέσα από τούνελ). Εάν το οπτικό νεύρο καταστραφεί σε όλη του την έκταση, προ­καλείται ολική τύφλωση.

  • Ενδοφθάλμια πίεση
  • Ηλικία. Αυξημένη πιθανότητα σε άτομα άνω των 60 ετών.
  • Η φυλή λόγω ανατομικών διαφορών (π.χ. λεπτότερος κερατοειδής σε αφροαμερικανούς και λατίνους).
  • Οικογενειακό ιστορικό. Ο πιο συχνός τύπος γλαυκώματος (ανοικτής γωνίας) είναι κληρονομικός. 
  • Χρήση στεροειδών (κορτιζόνη). Μακροχρόνια χορήγηση κορτιζόνης (ακόμα και εισπνεόμενη, π.χ. σε άσθμα), αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης γλαυκώματος χωρίς πρότερη προδιάθεση.
  • Τραυματισμός του οφθαλμού
  • Υψηλή μυωπία
  • Διαβήτης

Πρωτογενές γλαύκωμα
 

1. Γλαύκωμα ανοικτής γωνίας

Στο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, η αποχετευτική οδός των υγρών του οφθαλμού «φράζει» με το πέρασμα του χρόνου, με αποτέλεσμα τη σταδιακή άνοδο της πίεσης του οφθαλμού και την πιθανή προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου. Αποτελεί την πιο συχνή μορφή γλαυκώ­ματος.
 
2. Γλαύκωμα κλειστής γωνίας

Παρουσιάζεται συνήθως σε υπερμετρωπικούς οφθαλμούς λόγω ανατομικής κατασκευής (μικρότεροι από τους φυσιολογικούς), όπου η αποχετευτική γωνία του οφθαλμού μπορεί να έχει φραχθεί εντε­λώς, με αποτέλεσμα την αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.

Όταν αυτό γίνει απότομα τότε έχουμε το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας.

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν:

  • Έντονο πόνο
  • Φωτοστέφανα στα φώτα
  • Σκλήρυνση του βολβού (αντιληπτό κατά την ψηλάφηση).
  • Ναυτία και εμετούς
  • Δακτύλιους ουράνιου τόξου (άλως), γύρω από τις πηγές φωτός.


Εάν έχετε κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα καλέστε αμέσως τον οφθαλμίατρό σας, καθότι αποτελεί επείγον περιστατικό. Εάν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να οδηγήσει σε τύφ­λωση.
 
3. Γλαύκωμα φυσιολογικής πίεσης

Σε αυτό τον τύπο γλαυκώματος, η ενδοφθάλμια πίεση είναι φυσιολογική. Στους ασθενείς που πάσχουν από τον συγκεκριμένο τύπο γλαυκώματος, αν και τα αίτια δεν είναι σαφή, έχουν παρατηρηθεί ασυνήθιστα ευαίσθητα οπτικά νεύρα ή και μειωμένη αιματική ροή στο οπτικό νεύρο (π.χ. αρρυθμίες, υπόταση, αγγειόσπασμο). Εμφανίζεται κυρίως σε γυναίκες και σε άτομα Ιαπωνικής καταγωγής, ή σε άτομα που πάσχουν από σημαντική υπόταση (π.χ. λιποθυμούν εύκολα). 
 
Δευτερογενές Γλαύκωμα

Εμφανίζεται μετά από τραύμα ή σοβαρές φλεγμονές των οφθαλμών (π.χ. ραγοειδίτιδα). 
 
Συγγενές Γλαύκωμα

Προκαλείται λόγω ανατομικών ανωμαλιών του οφθαλμού, συνήθως σε πρωτότοκα αγόρια από οικογένειες με ιστορικό γλαυκώματος, και εμφανίζεται κατά τη γέννηση ή εκδηλώνεται λίγο αργότερα.

Εφόσον το γλαύκωμα στα αρχικά του στάδια δεν έχει συμπτωματολογία, η διάγνωσή του γίνεται στα πλαίσια πλήρους οφθαλμολογικού ελέγχου με τις παρακάτω εξετάσεις:

  • Μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (τονομέτρηση).
  • Μέτρηση του πάχους του κερατοειδή (παχυμετρία), ώστε να αξιολογηθεί σωστά η μέτρηση της πίεσης.
  • Εξέταση της αποχετευτικής γωνίας του ματιού (γωνιοσκόπηση).
  • Αξιολόγηση μορφο­λογίας του οπτικού νεύρου (οφθαλμοσκόπηση).
     

Σε περιπτώσεις υποψίας γλαυκώματος, συμπεριλαμβάνονται και οι παρακάτω εξειδικευμένες εξετάσεις:

  • Έλεγχος του οπτικού πεδίου του κάθε οφθαλμού (περιμετρία).
  • Τομογραφία οπτικού νεύρου, ανάλυση νευρικών ινών και γαγγλιακών κυττάρων αμφιβληστροειδούς (OCT & HRT II). 

1. Τονόμετρο  

  1. Goldmann Applanation Tonometry
    Η ενδοφθάλμια πίεση υπολογίζεται (έχοντας πάντα υπόψιν και το πάχος του κερατοειδούς) κατά τη διάρκεια της εξέτασής σας από τον οφθαλμίατρο στη σχισμοειδή λυχνία.
  2. Tono-Pen

Σε περιπτώσεις οφθαλμών που χρίζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης.

2. Οπτικά πεδία - Humphrey VF
Εξέταση με την οποία καταγράφεται η ευαισθησία σε φωτεινά ερεθίσματα μεγάλου φάσματος της λειτουργίας του οπτικού νεύρου και βοηθά να διαγνωσθούν γλαυκωματικές αλλοιώσεις, ακόμη και σε αρχικά στάδια όπου η κεντρική όραση μπορεί να είναι τέλεια και ο/η ασθενής ανυποψίαστος/η.
Παθολογικά οπτικά πεδία εμφανίζονται στο γλαύκωμα όταν ήδη έχει καταστραφεί το 30-40% των οπτικών ινών.
 
3. Τομογραφία οπτικού νεύρου (OCT)
Η τεχνολογία OCT είναι σε θέση να διαγνώσει σε πολύ αρχικό στάδιο τη νόσο, καταγράφοντας τη μορφολογία των νευρικών ινών γύρω από το οπτικό νεύρο, και των γαγγλιακών κυττάρων, καθώς και την τρισδιάστατη μορφολογία του οπτικού νεύρου.
Συμβάλλει στη διάγ­νωση του γλαυκώματος σε αρκετά πρώιμο στάδιο (πριν ακόμη εμφανιστούν ελλείμματα στα οπτικά πεδία).

4. Τομογραφία αμφιβληστροειδούς και οπτικού νεύρου (ΗRΤ ΙΙ)
Αποτελεί ένα συνεστιακό σύστημα σάρωσης με διαγνωστικά laser που επιτρέπει την ανάλυση τρισδιάστατων εικόνων του οπίσθιου (εσωτερικού) μέρους του οφθαλμού. Χρησιμεύει στην ποσοτική αξιολόγηση του πάχους των νευρικών ινών του αμφιβληστροειδούς και την ακριβή παρακολούθηση αλλαγών που μπορούν να επέλθουν.

Η μείωση/απώλεια της όρασης από το γλαύκωμα δεν μπορεί να αποκατασταθεί, γιατί η βλάβη που προκαλείται από το γλαύκωμα είναι μη αναστρέ­ψιμη. Παρόλα αυτά, η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική καθώς η εξέλιξη της νόσου σε πρώιμο στάδιο μπορεί να επιβραδυνθεί με θεραπευτική αγωγή που μπορεί να περιλαμβάνει:

  • φάρμακα
  • laser τραμπεκουλοπλαστική (ALT ή SLT)
  • laser Ιριδοτομή ή Ιριδοπλαστική
  • συμβατική χειρουργική επέμβαση (τραμπεκουλεκτομή)
  • επέμβαση αφαίρεσης καταρράκτη, σε περιπτώσεις που μπορεί να βοηθήσει
  • ένθεση αντιγλαυκωματικής βαλβίδας
  • ή έναν συνδυασμό οποιωνδήποτε από αυτά


Παρόλο που αυτές οι θεραπείες μπορούν να διατηρήσουν την εναπομείνουσα όραση, δεν βελτιώνουν την όραση που έχει ήδη χαθεί από το γλαύκωμα.

  • Να είστε ενεργός ασθενής για τη φροντίδα των ματιών σας, φροντίζοντας να εφαρμόζετε τη φαρμακευτική σας αγωγή με το πρόγραμμα που έχει συστηθεί από τον οφθαλμίατρό σας.
  • Να επισκέπτεστε τον οφθαλμίατρό σας τουλάχιστον κάθε 6 μήνες.
  • Ενθαρρύνετε τα παιδιά σας να έχουν μια ολοκληρωμένη οφθαλμολογική εξέταση, τουλάχιστον μία φορά κάθε 2 χρόνια.


Να θυμάστε ότι η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης στα πρώτα στάδια του γλαυκώματος, επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και βοηθά στη μακροχρόνια διατήρηση χρήσιμης όρασης. 

Σχετικά με την ασθένεια/διαταραχή:

  • Ποια είναι η διάγνωση;
  • Τι προκάλεσε την κατάστασή μου;
  • Μπορεί να θεραπευθεί η κατάστασή μου;
  • Πώς θα επηρεάσει αυτή η κατάσταση την όρασή μου, τώρα και στο μέλλον;
  • Θα πρέπει να προσέχω για συγκεκριμένα συμπτώματα και να σας ειδοποιήσω εάν εμφανισθούν;
  •  Θα πρέπει να κάνω αλλαγές στον τρόπο ζωής μου;
     

Σχετικά με τη θεραπεία:

  • Ποια είναι η ενδεδειγμένη θεραπεία για την κατάστασή μου;
  • Πότε θα ξεκινήσει η θεραπεία και πόσο καιρό θα διαρκέσει;
  • Ποια είναι τα οφέλη αυτής της θεραπείας και πόσο επιτυχής είναι;
  • Ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες οι παρενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή αυτή;
  • Υπάρχουν τρόφιμα, φάρμακα ή δραστηριότητες που πρέπει να αποφύγω, ενώ ακολουθώ αυτή την θεραπεία;
  • Εάν η θεραπεία περιλαμβάνει τη λήψη φαρμάκου, τι θα πρέπει να κάνω αν χάσω μία δόση;
  • Υπάρχουν άλλες διαθέσιμες θεραπείες;
     

Σχετικά με τις εξετάσεις:

  • Τι είδους εξετάσεις θα κάνω;
  • Τι να περιμένω, τι θα δω από αυτές τις εξετάσεις;
  • Πότε θα μάθω τα αποτελέσματα;
  • Πρέπει να κάνω κάτι ιδιαίτερο ώστε να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις;
  • Έχουν αυτές οι εξετάσεις παρενέργειες ή κινδύνους; 
  • Θα χρειαστεί να κάνω περισσότερες εξετάσεις αργότερα; 

Εάν έχουν συνταγογραφηθεί κολλύρια για τη θεραπεία του γλαυκώματός σας, θα πρέπει να τα χρησιμοποιήσετε σύμφωνα με τις οδηγίες του οφθαλμίατρού σας.

Η σωστή χρήση των κολλυρίων μπορεί να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, και να μειώσει τον κίνδυνο παρενεργειών.


Για να εφαρμόσετε σωστά τα κολλύριά σας, ακολουθήστε τα εξής βήματα:

  • Πλύνετε τα χέρια σας.
  • Κρατήστε το φιαλίδιο ανάποδα. Γείρετε το κεφάλι σας προς τα πίσω. Κρατήστε το φιαλίδιο με το ένα χέρι και τοποθετήστε το περίπου 5-10 εκατοστά πάνω από τον οφθαλμό.
  • Με το άλλο χέρι, τραβήξτε προς τα κάτω, το κάτω βλέφαρό σας. Αυτό θα σχηματίσει έναν θύλακα (cul de sac). Τοποθετήστε τουλάχιστον 1 σταγόνα εντός του θύλακα βλεφάρου (η επιφάνεια του οφθαλμού «χωρά» μόνο ½ σταγόνα).
  • Εάν χρησιμοποιείτε περισσότερες από μία σταγόνες για τον οφθαλμό, να βεβαιωθείτε ότι περιμένατε τουλάχιστον 5 λεπτά πριν από την εφαρμογή του δεύτερου set οφθαλμικών σταγόνων.
  • Κλείστε τους οφθαλμούς σας ή πατήστε τη ρινική γωνία των βλεφάρων ελαφρά με το δάχτυλό σας για 1-2 λεπτά (αυτό μειώνει ουσιαστικά την αντίληψη του κολλυρίου στο μέσα μέρος της μύτης και την αίσθηση ‘’πικρής’’ γεύσης που συνήθως αισθάνεστε, εάν μέρος του κολλυρίου καταλήξει στο φάρυγγα). 

Το γλαύκωμα συνήθως ελέγχεται με οφθαλμικές σταγόνες ενός ή περισ­σο­τέ­ρων σκευασμάτων. Αυτά τα κολλύρια, μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση, είτε ελαττώνοντας την παραγωγή του υδατοει­δούς υγρού, είτε βελτιώνοντας τη ροή από την απο­χε­τευ­τική γωνία, είτε και τα δύο.

Τα συνήθη αντι-γλαυκωματικά φάρμακα είναι οι προσταγλαδίνες, οι β-ανα­στο­λείς, οι α-αγωνιστές, οι αναστολείς καρβονβικής ανυδράσης, και σε σπανιότερη χρήση πια τα μυω­τικά. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η λήψη χαπιών (ακεταζολα­μί­δη). 

Για να είναι αποτελεσματική η αντιγλαυκωματική αγωγή, είναι απαραίτητη η επι­μελής τήρηση του προγράμματος χρήσης από τον ασθενή. Η φαρμακευτική αντι­με­τώ­πι­ση του γλαυκώματος, απαιτεί αρμονική συνεργασία μεταξύ ιατρού και ασθενή. Ο οφθαλμίατρός σας μπορεί να συνταγογραφήσει τη θεραπεία του γλαυκώματος, αλ­λά μόνο εσείς θα εξασφαλίσετε την τήρηση του προγράμματος λήψης των στα­γό­νων ή των χαπιών.

Ποτέ μη σταματήσετε ή αλλάξετε τα φάρμακα εάν δεν συμβουλευθείτε πρώτα τον οφθαλμίατρό σας. Οι συχνές εξετάσεις του οφθαλμού είναι κρίσι­μες για την παρα­κολούθηση κάθε αλλαγής στην όρασή σας.
 
Πρέπει να ενημερώσετε τον οφθαλμίατρό σας αμέσως, εάν πιστεύετε ότι υπάρχουν παρενέρ­γειες όπως:

  • αίσθημα καύσου
  • κόκκινα μάτια
  • θολερή όραση
  • πονοκέφαλοι
  • αλλαγές στον καρδιακό χτύπο (συνήθως βραδυκαρδία).
  • δυσκολία στην αναπνοή  (βρογχικό άσμα) από τους β-αναστολείς.
  • «μυρμήγκιασμα» των δακτύλων του χεριού ή του ποδιού.
  • λήθαργος
  • ανορεξία
  • ανωμαλίες στο γαστρεντερικό
  • πέτρες στα νεφρά κτλ.
     

Στις περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή με αντιγλαυκωματικά κολλύρια δεν είναι αποτελεσματική, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μεθόδους προσωρινής αντιμετώπισης με laser ή με χειρουργικές επεμβάσεις.
 
ΙΙ. Επεμβατική με laser

Η πιο απλή μέθοδος αντιμετώπισης με laser είναι η τραμπεκουλοπλαστική (ALT, SLT), η οποία μπορεί να μειώσει την ενδοφθάλμια πίεση από 4 έως και 8 μονάδες mmHg σε κάποιους οφθαλμούς. Δεν αποτελεί όμως μέθοδο που διαρκεί περισσότερο από 2 ως 5 έτη.

Σε γλαύκωμα ανοικτής γωνίας, θεραπεύεται καθαυτή η αποχέτευση. Το laser χρησιμοποιείται για να διευρύνει το αποχετευτικό άνοιγμα (γωνιοπλαστική), και να βοηθήσει στον έλεγχο της ενδοφθάλμιας πίεσης.

Σε γλαύκωμα κλειστής γωνίας, όπου η άμεση αντιμετώπιση επιβάλλεται, το laser δημιουργεί ένα άνοιγμα στην ίριδα (ιριδεκτομή) για να βελτιώσει τη ροή του υδατοειδούς υγρού, από παράπλευρη αποχετευτική οδό.
 
ΙΙΙ. Επεμβατική αντιμετώπιση

Όταν οι παραπάνω μέθοδοι δεν επαρκούν να αντιμετωπίσουν την πρόοδο του γλαυκώματος, τότε συνιστάται χειρουργική επέμβαση. Συνήθως, η πρώτη επέμβαση είναι η τραμπεκουλεκτομή. Ο νέος πόρος που δημιουργείται, βοηθά ώστε το υδατο­ειδές υγρό να βρει οδό διαφυγής και κατά συνέπεια, στη μείωση της εν­δοφθάλμιας πίεσης και στην ανά­σχε­ση του γλαυκώματος.

Εναλλακτικά, η ρύθμιση της πίεσης γίνεται με τοποθέτηση μιας μικρής προσθετικής βαλβίδας (ενός μικρού σωλήνα σιλικόνης), η οποία βοηθά στην αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού.

Η πιο δημοφιλής στη χώρα μας είναι η αντιγλαυκωματική βαλβίδα PF7 που χρησιμοποιείται εδώ και 2 δεκαετίες με μεγάλη επιτυχία. 

Η επιστημονική μας ομάδα, από το Φεβρουάριο του 2014, είναι η πρώτη στην Ευρώπη που ξεκίνησε τη χρήση του νέου μοντέλου της αντιγλαυκωματικής βαλβίδας Μ4, το οποίο έχει λίγο μεγαλύτερο προφίλ και εντελώς διαφορετικό υλικό (πορώδες), και είναι πιο αποτελεσματικό στη ρύθμιση της ενδοφθάλμιας πίεσης. 

Μετά από τις παραπάνω επεμβάσεις, ο ασθενής λαμβάνει για περίπου ένα μήνα αντιβιοτική και αντιφλεγμονώδη θεραπεία σε μορφή κολλυρίων.

Η εξέταση οπτικών πεδίων αποτελεί την πιο συχνά πραγματοποιούμενη εξέταση σε ασθενείς με γλαύκωμα. Διαρκεί 8-10 λεπτά και απαιτεί καλή συνεργασία του εξεταζομένου. Προβάλλονται φωτεινά ερεθίσματα σε διαφορετικά σημεία του χώρου, η ένταση των οποίων προοδευτικά ελαττώνεται. Ο εξεταζόμενος παραμένει προσηλωμένος σε ένα σημείο στο κέντρο του πεδίου, και κάθε φορά που αντιλαμβάνεται ένα φως όσο αμυδρό και αν είναι αυτό, πατά έναν διακόπτη χειρός. Με αυτό τον τρόπο χαρτογραφείται η περιφερική όραση του ασθενούς και ανιχνεύονται περιοχές πιθανής μειωμένης ευαισθησίας (σκοτώματα). Η εξέταση των οπτικών πεδίων χρησιμοποιείται για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της εξέλιξης του γλαυκώματος, και θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 6 μήνες. Είναι επίσης απαραίτητη στη διάγνωση νευρολογικών παθήσεων όπως και στην παρακολούθηση του οπτικού νεύρου, κατόπιν χρήσης ορισμένων φαρμάκων.