Παθήσεις ωχράς κηλίδας

Η ωχρά κηλίδα είναι μία ελλειπτική κιτρινόμορφη (ωχρή) περιοχή, η οποία βρίσκεται κοντά στο κέντρο του αμφιβληστροειδή χιτώνα, στο πίσω μέρος του οφθαλμού, και πολύ κοντά στο οπτικό νεύρο.

Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στο φως και αποτελεί το κέντρο της όρασης, καθώς είναι υπεύθυνη για την ευκρινή όραση και την αντίληψη των χρωμάτων. Οποιαδήποτε αλλοίωση της ωχράς κηλίδας, έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της κεντρικής μας όρασης, και γίνεται άμεσα αντιληπτή με παραμορφώσεις και σκοτεινά σημεία.

Σε κάποια πιθανή αποκόλληση υαλοειδούς (λύονται τα σημεία σύνδεσης του υαλοειδούς υγρού με τον αμφιβληστροειδή), η ελκτική τάση μπορεί να είναι τέτοια, ώστε να αποκολληθεί και ένα σημείο του αμφιβληστροειδή χιτώνα. Όταν το σημείο της αποκόλλησης ταυτίζεται με το σημείο που βρίσκεται η ωχρά κηλίδα, τότε ένα μέρος αυτής ξεκολλά, και δημιουργείται η οπή (τρύπα), η οποία μεγαλώνει σταδιακά σε μέγεθος και οι άκρες της ανασηκώνονται.

Τα υγρά, που φυσιολογικά υπάρχουν στο εσωτερικό του οφθαλμού και αναπληρώνουν τον κενό χώρο που έχει δημιουργηθεί, εισέρχονται μέσα από την οπή, και προκαλούν διαταραχές στην κεντρική μας όραση.

Ανάλογα με το σημείο που εντοπίζεται η οπή, και κατά πόσο επηρεάζεται η όραση από αυτή, υπάρχουν 3 κατηγορίες κατάταξής της :

  • Στάδιο 1: Δημιουργείται μια μικρή πάχυνση στην περιοχή της ωχράς κηλίδας, και εγείρεται η στοιβάδα των φωτοϋποδοχέων. Η κατάσταση αυτή μπορεί να μην εκταθεί περισσότερο και να υποχωρήσει χωρίς θεραπεία.
  • Στάδιο 2: Μερικού πάχους οπή, όπου χωρίς θεραπεία, περίπου το 70% μπορεί να εξελιχθεί.
  • Στάδιο 3: Ολικού πάχους οπή, όπου κατά την εξέλιξή της χάνεται το μεγαλύτερο ποσοστό της κεντρικής όρασης. Εάν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, μία κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη για την όραση. 

Παρόλο που κάποιες από τις οπές της ωχράς δεν χρήζουν αντιμετώπισης και υποχωρούν, σε μερικές περιπτώσεις η επέμβαση θεωρείται απαραίτητη.

Η επέμβαση που γίνεται για την αντιμετώπιση της οπής της ωχράς κηλίδας, είναι η υαλοειδεκτομή (ή βιτρεκτομή).

Κατά την υαλοειδεκτομή, το υαλοειδές υγρό αφαιρείται μερικώς ή πλήρως, ώστε να μειωθεί η έλξη που ασκείται στον αμφιβληστροειδή. Εγχέεται στη συνέχεια αέριο, το οποίο αναπληρώνει το χώρο που καταλάμβανε το υαλοειδές υγρό. Το αέριο αυτό, δημιουργεί μία προσωρινή φυσαλίδα αέρα η οποία συγκρατεί τις άκρες της οπής σταθερές, κατά το διάστημα της επούλωσής της.

Με την ολοκλήρωση της επέμβασης ο ασθενής πρέπει να διατηρεί συγκεκριμένη στάση σώματος (με το κεφάλι μπρούμυτα), ώστε το αέριο να πιέζει την ωχρά κηλίδα και σταδιακά να απορροφηθεί από τον οφθαλμό, σφραγίζοντας έτσι την οπή.

Η επέμβαση υαλοειδεκτομής αποτελεί βασικό και πρωταρχικό τρόπο αντιμετώπισης σε περιπτώσεις ύπαρξης οπής στην ωχρά κηλίδα, και εάν κριθεί απαραίτητο από τον οφθαλμίατρό σας είναι προς όφελος του ασθενή να προχωρήσει με την επέμβαση.

Εξαιτίας όμως του μηχανισμού της, πιθανόν να αποτελέσει αιτία αύξησης του ρυθμού εξέλιξης του καταρράκτη, σε τέτοιο βαθμό ώστε να χρειαστεί η επεμβατική αντιμετώπισή του νωρίτερα από το φυσιολογικό. Άλλες λιγότερο συνηθισμένες επιπλοκές περιλαμβάνουν μόλυνση, καθώς και αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, οι οποίες όμως μπορούν να αντιμετωπισθούν άμεσα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι για ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο καθορίζεται από τον οφθαλμίατρό σας, δεν επιτρέπεται να ταξιδέψετε αεροπορικώς, καθώς οι αλλαγές της πίεσης στην καμπίνα του αεροσκάφους μπορεί να επηρεάσουν τη φυσαλίδα αέρα, προκαλώντας ανεπιθύμητες αλλαγές στην ενδοφθάλμια πίεση.

Το αποτέλεσμα της επέμβασης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από τη συνέπεια που θα δείξει ο ασθενής για τις μετεπεμβατικές οδηγίες που του έχουν δοθεί.

Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, είναι μία πάθηση που αλλοιώνει την ωχρά κηλίδα μερικώς ή ολικώς. Η πολύ συχνή αυτή πάθηση, επηρεάζει τόσο τη μακρινή όσο και την κοντινή όραση, και καθιστά κάποιες από τις καθημερινές δραστηρίοτητες δυσκολότερες ή αδύνατες, π.χ. το πέρασμα της κλωστής στη βελόνα ή την ανάγνωση ενός βιβλίου.

Η απώλεια όρασης που οφείλεται στην εκφυλιστική νόσο ωχράς κηλίδας, μπορεί να οδηγήσει σε κεντρικές παραμορφώσεις και πιο σκοτεινές περιοχές, χωρίς να επηρεάζει τις πλαϊνές περιοχές του οπτικού πεδίου, και άρα την περιφερική όραση. Για παράδειγμα, μπορεί ο ασθενής να βλέπει το περίγραμμα ενός ρολογιού, χωρίς όμως να μπορεί να πει τι ώρα είναι.

Η ηλικία αποτελεί το σημαντικότερο παράγοντα εμφάνισης ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς. Αν και είναι μεγάλος ο αριθμός των ατόμων –συνήθως άνω των 65 ετών– που προσβάλλονται από τη νόσο, το ποσοστό που οδηγείται σε ολική τύφλωση, είναι μικρό. Παρόλα αυτά, μπορεί να κάνει δύσκολες πολλές καθημερινές δραστηριότητες, όπως την ανάγνωση και την οδήγηση, καθώς επηρεάζει την κεντρική όραση.

Άλλοι παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, ηλικιακής ή μη, μπορεί να είναι:

  • η κληρονομικότητα
  • το κάπνισμα
  • η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία
  • η κακή διατροφή
  • τα υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και αρτηριακής πίεσης 

Τα συμπτώματα της εκφύλισης της ωχράς κηλίδας ποικίλουν και σε πρώιμο στάδιο της νόσου δεν είναι προφανή, ιδιαίτερα όταν έχει προσβληθεί μόνο ο ένας οφθαλμός.

Συγκεκριμένα: 

  • Υπάρχει δυσκολία στην κοντινή κεντρική όραση, αρχικά με θολερότητες, και σε πιο προχωρημένο στάδιο με την εμφάνιση μαύρων περιοχών.
  • Ευθείες και κάθετες γραμμές φαίνονται παραμορφωμένες.  
  1. Πρώιμο: Χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μεσαίου μεγέθους drusen και συνήθως δεν συνοδεύεται από απώλεια όρασης.
  2. Ενδιάμεσο: Χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μεγάλου μεγέθους drusen ή/και αλλαγών της χρωστικής του αμφιβληστροειδούς, και είναι πιθανόν να συνοδεύεται από απώλεια όρασης.
  3. Προχωρημένο: Εκτός από την ύπαρξη drusen, χαρακτηρίζεται από σημαντική απώλεια όρασης, είτε λόγω γεωγραφικής ατροφίας (dry), είτε νεοαγγείωσης (wet).

1. Η ξηρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση (dry AMD) 

Στην ξηρού τύπου εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, η απώλεια όρασης οφείλεται στη μακροχρόνια εναπόθεση πρωτεϊνών και λιπιδίων στον αμφιβληστροειδή. Οι εναποθέσεις αυτές, που μοιάζουν με κίτρινες κουκκίδες (drusen), δεν προκαλούν συνήθως απώλεια της όρασης όταν βρίσκονται περιφερικά της ωχράς, ωστόσο αυξάνουν και επεκτείνονται με συνέπεια να καταστρέφουν τα φωτοευαίσθητα κύτταρα. Έτσι, ο αμφιβληστροειδής ατροφεί στην περιοχή της ωχράς (γεωγραφική ατροφία), με απώτερη συνέπεια να προκαλείται ένα σκοτεινό σημείο στο κέντρο της όρασης, που μπορεί να εκταθεί μεταγενέστερα.

Μπορεί ωστόσο, ανά πάσα στιγμή, να εξελιχθεί σε υγρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς. 

2. Η υγρού τύπου ηλικιακή εκφύλιση (wet AMD) 

Η υγρού τύπου εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, αποτελεί και τον πιο συχνό τύπο εκφύλισής της. Παρόλο που αυτό πάσχει μόνο το 10-15% του πληθυσμού, αποτελεί το 90% της αιτίας που ευθύνεται για σοβαρή απώλεια της όρασης.

Εδώ, η μεμβράνη που δρα ως υπόστρωμα του αμφιβληστροειδούς σπάει, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται το επίπεδο του οξυγόνου στην περιοχή της ωχράς. Τότε νέα ακανόνιστα αγγεία (νεοαγγεία) σπεύδουν να το αναπληρώσουν, εισχωρώντας από το σπάσιμο αυτό της μεμβράνης και πολλές φορές σπρώχνοντας την ωχρά προς τα εμπρός. Τα αγγεία είναι αρκετά εύθραυστα στα τοιχώματά τους και λύονται, απελευθερώνοντας το αίμα μέσα στα στρώματα του αμφιβληστροειδή και της ωχράς κηλίδας. Το υγρό αυτό ονομάζεται εξιδρωματικό και η εκφύλιση υγρού τύπου, εξιδρωματική. 

Αυτή η βλάβη στην ωχρά συμβαίνει απότομα, και συνεπάγεται απότομη μείωση της κεντρικής όρασης, η οποία εφόσον καταστραφεί, δεν μπορεί να επανέλθει στα φυσιολογικά της επίπεδα.

Υπάρχουν βέβαια θεραπείες εάν αυτό γίνει αντιληπτό νωρίς, και κάποιος απευθυνθεί στον οφθαλμίατρό του άμεσα.

Καθώς σε πρώιμα στάδια δεν υπάρχουν συμπτώματα που ο ασθενής να μπορεί να αντιληφθεί, συνήθως, η διάγνωση της πάθησης γίνεται κυρίως κατά τον έλεγχο του βυθού του ματιού από τον οφθαλμίατρο.

Ο ενδελεχής έλεγχος περιλαμβάνει :

  • Εξέταση αρχικά της οπτικής οξύτητας του κάθε ματιού για κοντά και μακριά.
  • Εξέταση του βυθού του ματιού, μετά από μυδρίαση της κόρης με ειδικές σταγόνες, με τη χρήση μικροσκοπίου.
  • Εξέταση με το διαγνωστικό τεστ Amsler Grid (κάρτα με απεικόνιση πλέγματος οριζόντιων και κάθετων γραμμών), όπου προκύπτουν τυχόν αλλαγές της όρασης. Θετικό αποτέλεσμα προκύπτει, όταν οι κάθετες και οριζόντιες γραμμές παρουσιάζονται κυματοειδείς.
  • Εξέταση αγγειογραφίας με τη χρήση χρωστικής φλουοροσκεϊνης,  ενδοφλέβια. Χαρτογραφούνται τα αγγεία του αμφιβληστροειδή, ενώ η χρωστική διέρχεται από αυτά, αποκαλύπτοντας διαρροές που μπορούν να εξελιχθούν ταχύτατα, σε υγρού τύπου εκφύλιση της ωχράς κηλίδας. 
  • OCT (οπτική τομογραφία) ωχράς, όπου μελετούνται οι εσωτερικές στοιβάδες του αμφιβληστροειδή, και μέσω αυτής της φωτογραφίας μπορεί να γίνει η διάγνωση έστω και σε πρώιμα στάδια. Επιβεβαιώνει με πολύ μεγάλη ακρίβεια την ύπαρξη ή όχι διαβητικού οιδήματος της ωχράς, χωρίς να χρειάζεται χορήγηση σκιαγραφικού.
  • OCT Angio (οπτική αγγειογραφία) ωχράς, με την οποία γίνεται σαφής απεικόνιση του τριχοειδικού και του αγγειακού δικτύου ανά στιβάδα, σε τρισδιάστατη μελέτη, χωρίς να χρειάζεται χορήγηση σκιαγραφικού.
  • Έγχρωμες φωτογραφίες εκτεταμένου οπτικού πεδίου (ultra-widefield imaging system OPTOS California).
     

Το σύστημα αυτό παρέχει πιο λεπτομερή γεωμετρική αναπαράσταση της ανατομίας του αμφιβληστροειδή, με μεγαλύτερη ευκρίνεια σε σχέση με προηγούμενες τεχνολογίες. Με άνοιγμα 200 μοιρών, καλύπτει απεικονιστικά το 82% του αμφιβληστροειδή, σε μία εικόνα. Επίσης, είναι πρακτικό για τον ασθενή, αφού δεν απαιτείται άνοιγμα της κόρης (μυδρίαση), καθώς λαμβάνει εικόνα από ελάχιστο άνοιγμα κόρης 2mm.

I.  Φαρμακευτική αντιμετώπιση 

  1. Παρά τη συνεχιζόμενη ιατρική έρευνα, δεν υπάρχει ακόμη αποτελεσματική θεραπεία για την ξηρού τύπου εκφύλιση της ωχράς. Ίσως σε κάποιες περιπτώσεις, βοηθούν στη σταθεροποίηση και όχι στην βελτίωση της όρασης, συμπληρώματα διατροφής με αντιοξειδωτικούς παράγοντες όπως βιταμίνη C και E, ψευδάργυρο, οξείδιο του χαλκού και Β-καροτένιο.
  2. Η υγρού τύπου εκφύλιση, είναι δυνατό να σταθεροποιηθεί με συστηματική έγχυση ειδικού φαρ­μάκου που σταματά την ανάπτυξη του αγγειογενετικού παράγοντα (VEGF), τον οποίο παράγει ο οργανισμός όταν τα κύτταρα δεν λαμβάνουν αρκετό οξυγόνο. Τα φάρμακα αυτά καλούνται αντιαγγειογενετικά (Anti-VEGF), και μερικά από αυτά είναι τα: bevacizumab, ranibizumab, aflibercept. Μερικές φορές συνδυάζονται και με ειδική κορτιζόνη (triamcinolone) και εγχύονται μέσα στο υαλοειδές σώμα του οφθαλμού.


Σε ορισμένες περιπτώσεις, χορηγείται επιπρόσθετα τοπική αντιφλεγμονώδης μη στεροειδής αγωγή, σε σταγόνες της ουσίας bromfenac.  

ΙΙ.Φωτοδυναμική θεραπεία (Photodynamic Therapy PDT) για την αντιμετώπιση νεοαγγειώσεων, σε συνδυασμό με παράγοντες Anti-VEGF. Πραγματοποιείται με ειδικό laser (cold laser), σε συνδυασμό με τη χορήγηση ενδοφλέβιας ουσίας και περιορίζει τη νεοαγγείωση. Τα τελευταία χρόνια, έχει περιοριστεί η εφαρμογή της συγκεκριμένης θεραπείας.

IIΙ. Φωτοπηξία (Retina Photocoagulation): Με τη χρήση laser εστιακά (focal) στην περιοχή της νεοαγγείωσης, περιορίζεται η διαρροή υγρού και το οίδημα της ωχράς. Σκοπός της φωτοπηξίας δεν είναι η αποκατάσταση της όρασης, αλλά η σταθεροποίησή της και η μείωση του κινδύνου απώλειας.

Παρόλη την εξέλιξη στην ιατρική θε­ραπεία, οι ασθενείς με εκφύλιση της ωχράς κηλίδας εξακολουθούν να εμφα­νίζουν απώλεια στην όραση, καθότι η αντιμετώπιση δεν επαναφέρει την κεντρική όραση που έχει ήδη χαθεί. Παρόλα αυτά, με τη χρήση κάποιου από τους πολλούς τύπους βοηθημάτων χαμηλής όρασης, και με  ειδική εκπαίδευση με ασκήσεις οπτικής αποκατάστασης, τόσο για κοντά, όσο και για μακριά, ενισχύεται η περιφερική όραση που συνήθως δεν επη­ρεά­ζεται ώστε να εξασφαλιστεί πρακτική όραση.

Η ορθή χρήση ενός βοηθήματος χαμηλής όρασης προκύπτει μετά από πολλαπλές μετρήσεις και αξιολόγηση των αναγκών του ασθενούς, τόσο για κοντά όσο και για μακριά.

 
Στα βοηθήματα χαμηλής όρασης συγκαταλέγονται:

  • ηλεκτρονικοί αναγνώστες
  • τηλεοράσεις κλειστού κυκλώματος
  • ιατρικά χρωματικά φίλτρα φακών
  • μεγεθυντικοί φακοί χειρός ή επιτραπέζιοι
  • πρισματικά γυαλιά
  • τηλεσκοπικά συστήματα

Σχετικά με την ασθένεια/διαταραχή:

  • Ποια είναι η διάγνωση;
  • Τι προκάλεσε την κατάστασή μου;
  • Μπορεί να θεραπευθεί η κατάστασή μου;
  • Πώς θα επηρεάσει αυτή η κατάσταση την όρασή μου, τώρα και στο μέλλον;
  • Θα πρέπει να προσέχω για συγκεκριμένα συμπτώματα και να σας ειδοποιήσω εάν εμφανισθούν;
  •  Θα πρέπει να κάνω αλλαγές στον τρόπο ζωής μου;
     

Σχετικά με τη θεραπεία:

  • Ποια είναι η ενδεδειγμένη θεραπεία για την κατάστασή μου;
  • Πότε θα ξεκινήσει η θεραπεία και πόσο καιρό θα διαρκέσει;
  • Ποια είναι τα οφέλη αυτής της θεραπείας και πόσο επιτυχής είναι αυτή;
  • Ποιοι είναι οι κίνδυνοι και ποιες οι παρενέργειες που σχετίζονται με την αγωγή αυτή;
  • Υπάρχουν τρόφιμα, φάρμακα, ή δραστηριότητες που πρέπει να αποφύγω, ενώ ακολουθώ αυτή την θεραπεία;
  • Αν η θεραπεία περιλαμβάνει τη λήψη φαρμάκου, τι πρέπει να κάνω αν χάσω μία δόση;
  • Υπάρχουν άλλες διαθέσιμες θεραπείες;
     

Σχετικά με τις εξετάσεις:

  • Τι είδους εξετάσεις θα κάνω;
  • Τι να περιμένω/τι θα δω από αυτές τις εξετάσεις ;
  • Πότε θα μάθω τα αποτελέσματα;
  • Πρέπει να κάνω κάτι ιδιαίτερο ώστε να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις;
  • Έχουν αυτές οι εξετάσεις παρενέργειες ή κινδύνους;
  • Θα χρειαστεί να κάνω περισσότερες εξετάσεις αργότερα;  

Τι είναι τα σκευάσματα anti-VEGF;

Ο όρος «αντί» αναφέρεται στο κατά, και ο όρος «αγγειογενετικός» αναφέρεται στα αγγεία, δρα δηλαδή κατά της ανάπτυξης των αγγείων.

Αυτά τα σκευάσματα, δεν επιτρέπουν στα κύτταρα του αμφιβληστροειδή να παραγάγουν μια πρωτεΐνη των αγγείων με αναγεννητικό παράγοντα (vascular endothelial growth factor – VEGF).

Τα σκευάσματα Anti-VEGF, είναι μια ομάδα φαρμάκων που εγχέονται στο υαλοειδές σώμα του παθολογικού οφθαλμού, ώστε να μειωθεί ο αριθμός των νέων αγγείων που υπάρχουν στον αμφιβληστροειδή, και κατ’ επέκταση να υποχωρήσει το οίδημα.

Αυτό μειώνει την πιθανότητα ανάπτυξης νέων αγγείων που μπορούν να προκαλέσουν ζημιά στον αμφιβληστροειδή, με αποτέλεσμα να αποφευχθεί η περαιτέρω απώλεια της όρασης, και μερικές φορές να επέλθει ακόμη και μικρή βελτίωση σε αυτή.

Τέτοια φάρμακα είναι τα: bevacizumab, ranibizumab, aflibercept.

Χρήση των παραγόντων αυτών γίνεται σε καταστάσεις όπως:

  • Υγρού τύπου Εκφύλισης της ωχράς κηλίδας
  • Διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια
  • Οίδημα ωχράς κηλίδας, προερχόμενο από αποκλεισμό αμφιβληστροειδικής φλέβας


Θα σας δοθεί η καταλληλότερη για τα συμπτώματά σας αγωγή, μετά από ενδελεχή εξέταση των οφθαλμών από τον οφθαλμίατρο σας, η οποία περιλαμβάνει:

  • Εξέταση του βυθού του οφθαλμού σε μικροσκόπιο, έπειτα από διαστολή της κόρης με χρήση σταγόνων.
  • Αγγειογραφία με ενδοφλέβια χορήγηση χρωστικής ουσίας (Φλουοροσκεΐνη), με σκοπό τη χαρτογράφηση του αγγειακού δικτύου του αμφιβληστροειδή.
  • OCT (οπτική τομογραφία) ωχράς κηλίδας, όπου απεικονίζονται τα στρώματα του αμφιβληστροειδή γύρω από την ωχρά με εξαιρετική ευκρίνεια.
  • OCT angio (οπτική αγγειογραφία) ωχράς κηλίδας, όπου απεικονίζεται το αγγειακό δίκτυο του αμφιβληστροειδούς γύρω από την ωχρά, χωρίς ενδοφλέβια χορήγηση χρωστικής ουσίας.

Τα Anti-VEGF, εγχέονται στο υαλοειδές σώμα (το ζελέ που φυσικά υπάρχει στο εσωτερικό του οφθαλμού) δια μέσου του σκληρού χιτώνα (το λευκό εξωτερικό περίβλημα του οφθαλμού). Χρησιμοποιούνται τοπικά αναισθητικά σε σταγόνες στην επιφάνεια του οφθαλμού, και καθαρίζεται η περιοχή γύρω από τον οφθαλμό με αντισηπτικό διάλυμα. Ο οφθαλμίατρος πραγματοποιεί την έγχυση, η οποία διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την ενστάλαξη αντιβιοτικών σταγόνων.

Λαμβάνονται μετεπεμβατικές οδηγίες που περιλαμβάνουν αναλυτικά τη χρήση σταγόνων και τις προφυλάξεις, εφόσον είναι απαραίτητες, που θα πρέπει να ακολουθήσετε.

Μετά από μια τέτοια έγχυση, η όρασή σας μπορεί να είναι θαμπή για κάποιες ώρες και να εμφανίζονται παραμορφώσεις ίσως και για ημέρες, αφού θα «βλέπετε» την ουσία της έγχυσης να κινείται μέσα στο υαλοειδές σώμα.

  • αίσθηση ξένου σώματος
  • άλγος/πόνος
  • θαμπή όραση
  • κνησμός
  • δακρύρροια
  • ερυθρότητα
  • οίδημα των βλεφάρων
  • ευαισθησία στο φως
  • πονοκέφαλος
     

Όλα τα παραπάνω συμπτώματα είναι απολύτως φυσιολογικά και παροδικά. Τα κολλύριά σας, τεχνητά δάκρυα, παυσίπονα και ένας καλός ύπνος μετά την επέμβαση, θα σας βοηθήσουν να τα αντιμετωπίσετε.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, ειδικά αν το συγκεκριμένο μάτι κοκκινίσει, πονάει ή έχει μειωμένη όραση, επικοινωνήστε με τον οφθαλμίατρό σας.

Παρότι σπάνια μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές λόγω της ουσίας που εγχέεται, εξαιτίας της διαδικασίας της έγχυσης, μπορεί να προκύψουν κάποια από τα παρακάτω:

  • αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω της προσωρινής ύπαρξης περίσσιου υγρού στο εσωτερικό του οφθαλμού.
  • ενδοφθαλμίτιδα: αποτελεί μια σοβαρή μόλυνση του οφθαλμού και συμπτώματά της μπορεί να περιλαμβάνουν έντονο κάψιμο, έντονο πόνο, κοκκίνισμα, φωτοφοβία και ιδιαίτερα θαμπή όραση. Παρότι πρόκειται για σπάνια επιπλοκή, λαμβάνονται πάντα οι απαραίτητες προφυλάξεις για την αποφυγή της όπως είναι ο επιμελής καθαρισμός των βλεφάρων με αντισηπτικό διάλυμα και η χρήση αντιβιοτικών σταγόνων πριν και μετά την έγχυση. 

Ο οφθαλμίατρός σας θα σας επανεξετάσει σε 4-5 εβδομάδες μετά την πρώτη έγχυση, επαναλαμβάνοντας την ενδελεχή εξέταση των οφθαλμών όπως και πριν από την έγχυση, εκτιμώντας έτσι την πορεία της θεραπείας και την ανάγκη για επανάληψή της.

Ενδείκνυται συχνός επανέλεγχος ακόμη και αν η κατάστασή σας μοιάζει να έχει σταθεροποιηθεί. Έχει αποδειχθεί ότι οι παράγοντες Anti-VEGF αποτελούν τον καλύτερο δυνατό τρόπο αντιμετώπισης για τις παραπάνω παθήσεις, εφόσον επακόλουθες εξάρσεις γίνονται αντιληπτές σχετικά σύντομα. Αυτό είναι εφικτό εφόσον τηρηθεί το πρόγραμμα επισκέψεων, όπως έχει οριστεί από τον οφθαλμίατρό σας.