Τι περιλαμβάνει η πλήρης οφθαλμολογική εξέταση;

Τι περιλαμβάνει η πλήρης οφθαλμολογική εξέταση;

Τι περιλαμβάνει η εξέταση από τον οφθαλμίατρο και σε ποιες παθήσεις των οφθαλμών εστιάζει. `

Γράφει: Κανελλόπουλος Αναστάσιος
Χειρουργός – Οφθαλμίατρος,
Καθηγητής Οφθαλμολογίας Παν/μίου Νέας Υόρκης

Η πλήρης οφθαλμολογική εξέταση είναι, φυσικά, ένα τεράστιο κεφάλαιο, ειδικά για έναν οφθαλμίατρο που έχει δουλέψει εντατικά και στο ακαδημαϊκό αλλά και στο κλινικό επίπεδο. Θα προσπαθήσω να συνοψίσω τα σημεία κλειδιά για μία καλή, λεπτομερή οφθαλμολογική εξέταση, όπως τη διδάσκουμε στους ειδικευόμενούς μας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, η οποία, φυσικά, και χρησιμοποιείται από τους περισσότερους εξαιρετικούς συναδέλφους στη χώρα μας, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα.

Φυσικά, η Οφθαλμολογία ξεκινά και σταματά, εάν θέλει κάποιος να το πει σύντομα, στην όραση. Άρα το πιο σημαντικό πράγμα που μετρούμε είναι η οπτική οξύτητα, η δυνατότητα δηλαδή του καθενός, με την καλύτερη δυναμένη διόρθωση –δηλαδή, πρώτα εξετάζουμε την όραση χωρίς γυαλιά και μετά την όραση με τα καλύτερα δυνατά γυαλιά– και έτσι μπορούμε να δούμε ποια επίδοση, ποια δυνατότητα έχει ο κάθε οφθαλμός. Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι αναγκαστικά το ίδιο και στους δύο οφθαλμούς, ακόμα και σε άτομα που λένε ότι βλέπουν καταπληκτικά.

Πριν από αυτά, βέβαια, επειδή ο οφθαλμίατρος δεν είναι απλώς κάποιος που συνταγογραφεί γυαλιά, αλλά ένας ειδικευμένος ιατρός με όλη την ιατρική εκπαίδευση, σε όλα τα μέρη του κόσμου, παίρνει ένα πλήρες ιστορικό που συμπεριλαμβάνει το τυχόν πρόβλημα που έχει ο/η ασθενής, άλλα τυχόν οφθαλμολογικά προβλήματα στο παρελθόν, άλλα ιατρικά προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν, ιατρικά συμπτώματα, χρήση φαρμάκων, αλλεργίες σε φάρμακα και οικογενειακό ιστορικό όσον αφορά το γλαύκωμα, την εκφύλιση ωχράς κ.λπ. Μετριέται η όραση. Στη συνέχεια, όπως είπαμε, γίνεται μία διάθλαση, που είναι ο υπολογισμός και η μέτρηση των ακριβών γυαλιών που χρειάζεται. Ακόμα και σε κάποιον που βλέπει πάρα πολύ καλά πρέπει να γίνει μία διάθλαση για να σιγουρευτούμε ότι δεν βελτιώνεται η όραση με κάποιο μέσο, άσχετα εάν θα φορέσει γυαλιά ή όχι στο μέλλον.

Παραδοσιακά γίνεται και μία σύγκριση της αντίληψης του φωτός μεταξύ των δύο ματιών. Αυτό είναι ένα πολύ δυνατό μέσο εξέτασης του εάν νευρολογικά το φως που ερεθίζει τα μάτια μας μεταδίδεται με την ίδια ταχύτητα και δυνατότητα από τα δύο οπτικά συστήματα, αλλά και ένα εξαιρετικό εργαλείο στο να διαγιγνώσκονται κάποια προβλήματα που έχουν νευρολογική βάση –σπάνια βέβαια. Η έγχρωμη όραση είναι κάτι πολύ σημαντικό, αφού 1 στους 12 άνδρες έχει κάποιου είδους δυσχρωματοψία, συνήθως μεταξύ του πράσινου και κόκκινου. Άρα, αποκτά μεγάλη σημασία, περισσότερο, βέβαια, στους άνδρες και λιγότερο στις γυναίκες.

Όσον αφορά παιδιά που η οπτική ανάπτυξη είναι ακόμα στο δρόμο της, είναι πολύ σημαντικό να μελετούμε και τη στεροσκοπική όραση, έτσι ώστε να σιγουρευτούμε ότι όχι μόνο τα μάτια έχουν καλή όραση αλλά και ότι η οπτική τους λειτουργία γίνεται καλά και σε συνεργασία μεταξύ των δύο ματιών.

Μετά, όσον αφορά τις φυσικές παραμέτρους του ματιού, μετρούμε την ενδοφθάλμιο πίεση. Αυτή, μέχρι πρότινος, ήταν μία γενικευμένη μέτρηση που ίσχυε για όλους τους ανθρώπους. Με τις γνώσεις της τελευταίας δεκαετίας ξέρουμε ότι πρέπει αυτή να αξιολογηθεί με βάση το πάχος που έχει ο κάθε κερατοειδής, γιατί για κερατοειδείς πιο παχείς η μέτρηση που έχουμε είναι υπερεκτιμημένη, πρέπει να αφαιρέσουμε δηλαδή κάποιες μονάδες, ενώ σε πιο λεπτούς κερατοειδείς πρέπει να προσθέσουμε κάποιες μονάδες και, άρα, η μέτρηση που έχουμε πραγματοποιήσει είναι υποεκτιμημένη και μπορεί να οδηγήσει σε λάθος συμπεράσματα όσον αφορά το αν η πίεση είναι φυσιολογική ή όχι. Η ενδοφθάλμιος πίεση, συνήθως, είναι μεταξύ 10mmHg και 20mmHg, σύμφωνα με την κλίμακα που χρησιμοποιούμε εμείς οι οφθαλμίατροι σχεδόν παγκόσμια.

Στη συνέχεια χρησιμοποιούμε ένα ειδικό μικροσκόπιο, τη σχισμοειδή λυχνία, με το οποίο έχουμε τη δυνατότητα μέσα στο πολύ προσιτό, διάφανο, όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος του ματιού, να εξετάσουμε τα βλέφαρα, τις βλεφαρίδες, τον επιπεφυκότα, την επιφάνεια του ματιού, τον κερατοειδή, τον πρόσθιο θάλαμο, τη γωνία του ματιού, με πιθανόν, ιδανικά, γωνιοσκόπηση, ώστε να εξαιρέσουμε την πιθανότητα να υπάρχει προδιάθεση για γλαύκωμα κλειστής γωνίας και στη συνέχεια να εξετάσουμε το φακό του ματιού, ακόμα και σε νεανικές ηλικίες στις οποίες ο καταρράκτης, η θόλωση δηλαδή του φυσικού ματιού που βρίσκεται μέσα στο μάτι είναι σχεδόν απίθανη. Ιδανικά θα πρέπει να δείξει υπομονή και ο εξεταστής αλλά και ο εξεταζόμενος, να έχουν χρησιμοποιηθεί διασταλτικές σταγόνες, έτσι ώστε να μπορέσει να ανοίξει η κόρη του ματιού και μέσα από τη διεσταλμένη κόρη να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε, πάλι με εξαιρετικά προσιτό τρόπο, το φακό του ματιού που βρίσκεται μέσα στο μάτι, το υαλοειδές σώμα, καθώς και τον αμφιβληστροειδή, το οπτικό νεύρο, τα αγγεία και την ωχρά κηλίδα. Πολύ σημαντικό μέρος της εξέτασης, το οποίο βέβαια κάνει την οφθαλμολογική εξέταση εξαιρετικά χρονοβόρα.

Μετά από όλες αυτές τις μετρήσεις ένας οφθαλμίατρος μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για την πλειοψηφία των παθήσεων των ματιών και, φυσικά, όπως προαναφέραμε, εάν χρειάζεται να δοθεί συνταγή για γυαλιά, είτε για μακριά είτε για κοντά είτε και για τα δύο.

Η τεχνολογία, βέβαια, έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Σε ένα μοντέρνο οφθαλμιατρείο προστίθενται πάρα πολλές εξετάσεις ρουτίνας σε αυτόν τον απλό, πρακτικό οφθαλμολογικό έλεγχο, όπως είναι η εξέταση του επιθηλίου του κερατοειδή, κάτι που εμείς, παγκόσμια, έχουμε καθιερώσει σαν εξέταση ρουτίνας σε όλους τους εξεταζόμενους για οφθαλμολογικά προβλήματα, καθώς το επιθήλιο του κερατοειδή μπορεί να μας βοηθήσει να διαγνώσουμε καλύτερα πράγματα όπως η ξηροφθαλμία, ο κερατόκωνος, τραύματα στον κερατοειδή, αλλά και προβλήματα που μπορούν να δημιουργήσει στην επιφάνεια του κερατοειδή η χρήση ή η κατάχρηση των φακών επαφής.

Σε ένα Κέντρο που ασχολείται πάρα πολύ με τον κερατόκωνο, όπως είναι γνωστό διεθνώς, η εξέταση του κερατοειδή με ειδικά τοπογραφικά συστήματα για εμάς είναι ρουτίνα. Κάθε ασθενής που μας επισκέπτεται, ακόμα και για ένα απλό check up, του προσφέρεται μία εξέταση τοπογραφίας του κερατοειδή. Μέσα από αυτήν την πολύ προσεκτική μας μελέτη του γενικού πληθυσμού έχουμε δει ότι περίπου 1 στους 20 Έλληνες έχει υποψία για κερατόκωνο, γεγονός που κάνει τον κερατόκωνο μία εξαιρετικά ενδημική πάθηση που θεωρούμε ότι θα έπρεπε να εξετάζεται προληπτικά σε όλα τα παιδιά που εισέρχονται στο Λύκειο, καθώς σε αυτήν την ηλικία η τυχόν διάγνωση έστω και πολύ πρώιμου κερατόκωνου θα μπορέσει να οδηγήσει σε θεραπεία που θα τον παγώσει και, κατά την πλειοψηφία, θα τον κάνει ένα κλινικό πρόβλημα που δεν θα απασχολήσει πια τον/την ασθενή με κερατόκωνο.

Κάποιοι από τους μύθους που έχουν αλλάξει είναι ότι εάν η ενδοφθάλμιος πίεση ενός ματιού είναι καλή δεν χρειάζεται να γίνει βυθοσκόπηση. Αυτό ξέρουμε στη σημερινή κλινική οφθαλμολογική ρουτίνα ότι είναι λάθος, καθώς το γλαύκωμα είναι μία διάγνωση που γίνεται κυρίως με την αξιολόγηση του οπτικού νεύρου, που συνήθως απαιτεί διαστολή της κόρης και πολύ καλή βυθοσκόπηση από τον οφθαλμίατρο. Επίσης, εάν έχω καλή όραση, δεν χρειάζεται να αξιολογήσω τον καταρράκτη μου. Ξέρουμε ότι όλοι οι άνθρωποι πλησιάζοντας τα 70 έχουν καταρράκτη, κάποιοι νωρίτερα, κάποιοι, φυσικά, και αργότερα. Στη δική μας κλινική εμπειρία οι Έλληνες υποβάλλονται σε επέμβαση καταρράκτη και ένθεση ενδοφακού σε ηλικία περίπου 72-75 ετών, με πάρα-πάρα πολύ μικρές εξαιρέσεις. Άρα, άλλος ένας σημαντικός λόγος να γίνονται προληπτικές εξετάσεις. Βέβαια, εκεί που η προληπτική εξέταση αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι τα πιο συχνά προβλήματα που μειώνουν την όραση και οδηγούν σε μειωμένη όραση και προβλήματα στην καθημερινή ζωή, όπως είναι η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, που αφορά, συνήθως, άτομα επάνω από 65 ετών, όπου η προληπτική εξέταση επιβάλλεται να γίνεται κάθε χρόνο.

Φυσικά στις πιθανότητες είναι ο σακχαρώδης διαβήτης να έχει κάποια επίπτωση στην όραση του/της πάσχοντος, οπότε σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη συνιστούμε οφθαλμολογική εξέταση τουλάχιστον κάθε χρόνο, έτσι ώστε να αξιολογηθεί πιθανή αγγειοπάθεια που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της όρασης, εάν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα από τον χειρουργό οφθαλμίατρο.

Άρα, όσο και να μας φαίνεται αγγαρεία, ο οφθαλμίατρος πρέπει να είναι κάτι που θα υπάρχει στην ετήσια agenda μας, ακόμα και αν είμαστε υγιείς, ακόμα και αν η όρασή μας είναι καλή. Είναι μία εξέταση που θα κρατήσει μία με δύο ώρες, αλλά θα μας εξασφαλίσει τις καλύτερες πιθανότητες η όρασή μας να παραμείνει καλή ή και αν, υπάρχει κάποιο πρόβλημα να μπορέσει να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και με το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα. Επισκεφθείτε λοιπόν τον οφθαλμίατρό σας κάθε χρόνο για μία προληπτική οφθαλμολογική εξέταση.

ΠΗΓΗ: Iatronet.gr

Related posts

Call Now ButtonΕπικοινωνία Εδώ!