Πτερύγιο 

Πτερύγιο, καλούμε, τον τριγωνικής μορφής (σε σχήμα πτερυγίου) καλοήθη ινοαγγειακό ιστό, που αναπτύσσεται πάνω στον επιπεφυκότα του οφθαλμού, τη διάφανη μεμβράνη, που επενδύει εσωτερικά την επιφάνεια των βλεφάρων και αναδιπλώνεται στη συνέχεια πάνω στο βολβό, ώστε να καλύψει την πρόσθια επιφάνειά του μέχρι το όριο του κερατοειδούς.

Συνήθως εμφανίζεται ρινικά, και έχει ελαφρώς ερυθρή απόχρωση σε αρχικά στάδια, ενώ σε πιο προχωρημένα ίσως περιέχει και αγγεία.

Στην ανάπτυξή του συμβάλλουν πέρα από την έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, και οι ξηρές συνθήκες της ατμόσφαιρας. Άτομα που ασχολούνται με υπαίθριες δραστηριότητες, όπως τα θαλάσσια σπορ ή δουλειές στον αγρό, συχνά εμφανίζουν πτερύγιο και για αυτό το λόγο ονομάζεται και “surfer’s eye” ή “farmer’s eye”. 

Μπορεί να επεκταθεί με αργούς ρυθμούς και να σταματήσει να αναπτύσσεται μετά από καιρό. Άλλες φορές προχωρά πιο γρήγορα, καλύπτοντας τον κερατοειδή, και καθώς εισχωρεί προς την κόρη, προκαλεί προβλήματα στην όραση. Σε προχωρημένες περιπτώσεις, συνίσταται και η αντιμετώπισή του. 

Σε πρώιμα στάδια, το πτερύγιο είναι ασυμπτωτικό και δε δημιουργεί προβλήματα στην όραση. 

Καθώς μεγαλώνει, δημιουργείται ερεθισμός της επιφάνειας του οφθαλμού και αίσθηση ξένου σώματος. 

Σε προχωρημένα πια στάδια, και καθώς εισχωρεί στην επιφάνεια του κερατοειδή και προς την κόρη, δημιουργείται αστιγματισμός και η όραση μπορεί να γίνει θολερή. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει και σκίαση στο οπτικού άξονα, του σημείου δηλαδή που χρησιμοποιούμε για να δούμε, καθώς υπάρχει παρεμβολή από τη μάζα του πτερυγίου.

Για να γίνει η σωστή αξιολόγηση, και στη συνέχεια η αντιμετώπιση του πτερυγίου όπου αυτό χρειάζεται, πρέπει να προηγηθεί μία σειρά εξετάσεων όπως:

  • Οπτική Οξύτητα (VA), όπου καταγράφεται με και χωρίς διόρθωση η ικανότητα της όραση των οφθαλμών.
  • Σχισμοειδής Λυχνία (S/L), όπου εξετάζονται τα βλέφαρα και ο οφθαλμός μικροσκοπικά από τον οφθαλμίατρο.
  • Κερατομετρία (A/R), όπου λαμβάνεται μέτρηση των καμπυλοτήτων του κερατοειδούς χιτώνα με ειδική συσκευή.
  • Τοπογραφία κερατοειδούς (Pentacam). Η λήψη γίνεται με ειδική συσκευή και χαρτογραφείται η καμπυλότητα και η παχυμετρία του κερατοειδούς σε διάφορα σημεία.
  • Οπτική τομογραφία συνοχής κερατοειδούς (anterior segment OCT), όπου χαρτογραφείται το πάχος ολόκληρου του κερατοειδή, καθώς και της ανώτερης στιβάδας του, του επιθηλίου, που επηρεάζεται άμεσα από το πτερύγιο.
     

Η διάγνωση του πτερυγίου βασίζεται κυρίως στην κλινική εικόνα του. Τα ευρήματα μπορεί να είναι:

  • Υποεπιπεφυκοτικές ινοαγγειώσεις του οφθαλμού, ορατές στη μεσοβλεφάριο σχισμή κυρίως κοντά στην 3η και 9η ώρα.
  • Τριγωνικού σχήματος ιστός, με κατεύθυνση προς το κέντρο του κερατοειδή.
  • Έκταση αγγείων προς την κεφαλή του πτερυγίου, κατευθυνόμενη προς τον κερατοειδή.
  • Ημιδιαφανής μεμβράνη στην περιοχή του πτερυγίου.
  • Επιπτώσεις στο σκληροκερατοειδικό όριο τόσο κροταφικά, όσο και ρινικά.
  • Υπερτροφικός ιστός με απόχρωση τόσο ερυθρή, όσο και τα αγγεία που περιέχει.
  • Στεάτιο, δηλαδή εναποθέσεις λίπους και πρωτεϊνών στον επιπεφυκότα που μερικές φορές συνυπάρχουν με το πτερύγιο.
  • Μία γραμμή χρωστικής σιδήρου (Stocker’s line), που εντοπίζεται στον κερατοειδή κοντά στην κορυφή του πτερυγίου και αποτελεί απόδειξη χρόνιας παρουσίας του πτερυγίου σε αυτό το σημείο.
     

Σε κάθε περίπτωση, ο οφθαλμίατρός σας θα σας συστήσει κάθε πότε πρέπει να παρακολουθείται το πτερύγιο, έτσι ώστε να ελέγχεται η υφή του και το μέγεθός του. 

Τα πτερύγια αντιμετωπίζονται ανάλογα με το σημείο εντοπισμού τους και τη σοβαρότητά τους. 

Σε αρχικά στάδια, τα λιπαντικά σκευάσματα όπως αλοιφές και τεχνητά δάκρυα, καθώς και ήπια αντιφλεγμονώδη σκευάσματα, μπορούν να βοηθήσουν τα συμπτώματα όπως ελαφρύς ερεθισμός, κοκκινίλα και αίσθηση ξένου σώματος. 

Επεμβατικά, μπορεί να αντιμετωπιστούν τα πτερύγια τα οποία είναι πιο προχωρημένης μορφής, για κοσμητικούς λόγους ή λόγους αναγκαιότητας, αφού επηρεάζεται η όραση. 

Συγκεκριμένα, μπορεί τοπικά να αντιμετωπιστεί με έγχυση φάρμακου υπό του επιπεφυκότα, όπου συνδυαστικά με στεροειδές σκεύασμα δρα ως κατασταλτικό της ίνωσης, μειώνοντας και την πιθανότητα επανεμφάνισης του πτερυγίου. 

Μπορεί να πραγματοποιηθεί και ολική αφαίρεσή του, όπου ο ινοαγγειακός ιστός του πτερυγίου αφαιρείται ολόκληρος από την επιφάνεια του επιπεφυκότα. Η επέμβαση ολικής αφαίρεσης συνδυάζεται συχνά και με την έγχυση των παραπάνω ουσιών, μειώνοντας τον κίνδυνο επανεμφάνισης, καθώς και με τη χρήση αμνιακής μεμβράνης στο τέλος της επέμβασης. 

Η αμνιακή μεμβράνη αποτελεί ένα φυσικό θρεπτικό επίδεσμο στην περιοχή, και η θέση της, παραμένει σταθερή για λίγες ημέρες μέχρι την απορρόφησή της από ένα φακό επαφής μεγάλης διαμέτρου (χωρίς βαθμούς), που τοποθετείται από τον οφθαλμίατρό σας μετά την επέμβαση.

Σε κάθε μια από τις παραπάνω περιπτώσεις αντιμετώπισης του πτερυγίου, το αισθητικό αποτέλεσμα είναι αρκετά ικανοποιητικό. 

Ανάλογα με το πόσο πολύ έχει επεκταθεί το πτερύγιο προς τον κερατοειδή, τόσο πιο πολύπλοκη είναι και η αντιμετώπισή του. 

Μετά την αφαίρεση του πτερυγίου, μπορεί να παρατηρηθούν αρχικά στο σημείο της αφαίρεσης, θολερότητες στον κερατοειδή, κάποιες εκ των οποίων μπορεί να παραμείνουν. Το επιθήλιο του κερατοειδούς, το οποίο στη συνέχεια αναγεννιέται, σίγουρα ταλαιπωρείται μετά από μία τέτοια επέμβαση, αλλά πρωταρχικός σκοπός είναι να αφαιρεθεί ο ιστός του πτερυγίου και να αποκατασταθεί η λειτουργία του οφθαλμού. 

Οποιαδήποτε επέμβαση κι αν πραγματοποιηθεί για την αντιμετώπιση του πτερυγίου, υπάρχει πιθανότητα το πτερύγιο να δημιουργηθεί ξανά, κυρίως σε άτομα κάτω των 40 ετών.

Ο καλύτερος τρόπος για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, είναι να περιοριστούν οι συνθήκες που μπορεί να το προκαλέσουν. 

Συγκεκριμένα:

  • Καλή προστασία των ματιών από την υπεριώδη ακτινοβολία με χρήση προστατευτικών μέσων, όπως τα απορροφητικά γυαλιά ηλίου, καπέλο κλπ..
  • Προφύλαξη των ματιών σε συνθήκες έντονης ξηρότητας και σκόνης με χρήση κατάλληλων προστατευτικών γυαλιών.
  • Χρήση τεχνητών σκευασμάτων, όπως δάκρυα και αλοιφές, για την ενυδάτωση των ματιών σε ξηρές συνθήκες.