Πρεσβυωπία

Η πρεσβυωπία δεν είναι πάθηση. Είναι απλώς η φυσιολογική εξέλιξη κατά την οποία το πέρασμα του χρόνου, επηρεάζει το μηχανισμό προσαρμογής του ματιού. Γι’ αυτό και αφορά σε περισσότερους από δύο δισεκατομμύρια ανθρώπους στη γη. 

Το ανθρώπινο μάτι έχει από τη φύση του τη δυνατότητα να βλέπει πολύ καλά μακριά, καθώς και να εστιάζει σε ενδιάμεσα και σε κοντινά αντικείμενα. Για παράδειγμα, ενδιάμεση θεωρείται η απόσταση από την καρέκλα του γραφείου μας έως την οθόνη του επιτραπέζιου υπολογιστή, ή από την καρέκλα του φαγητού έως το πιάτο μας. Κοντινή είναι η απόσταση που μας χωρίζει από το βιβλίο που διαβάζουμε είτε καθιστοί, είτε ξαπλωμένοι, ή από το κινητό που κρατάμε στο χέρι μας για να διαβάσουμε ένα μήνυμα. 

Η φύση έχει προικίσει τον άνθρωπο με τη δυνατότητα να «αυτορυθμίζει» τη δύναμη του φακού που υπάρχει μέσα στο μάτι, ώστε να προσαρμόζεται σε ενδιάμεση ή κοντινή όραση, όπως κάνει ο φακός μιας φωτογραφικής μηχανής που έχει αυτόματη εστίαση. 

Όταν ο μηχανισμός αυτός αρχίζει να αδρανεί επειδή παύει πια να είναι τόσο εύκαμπτος, κάτι που ξεκινά συνήθως από την ηλικία περίπου των 35 ετών και ολοκληρώνεται γύρω στα 50, τότε εμφανίζεται το σύμπτωμα της πρεσβυωπίας. Ο άνθρωπος, δηλαδή, δυσκολεύεται να εστιάσει σε κοντινή απόσταση, με αποτέλεσμα η ανάγνωση ενός μηνύματος στο κινητό για παράδειγμα, να είναι δύσκολη. Το πιο χαρακτηριστικό ίσως στοιχείο της πρεσβυωπίας, είναι ότι σταδιακά επιδεινώνεται και έτσι, συνήθως, από την ηλικία των 45 ετών και μετά, η ανάγκη για γυαλιά είναι επιτακτική.

Δεν υπάρχει θεραπεία για την πρεσβυωπία, παρόλο που ακόμα κι εμείς οι γιατροί, χρησιμοποιούμε μερικές φορές καταχρηστικά αυτό τον όρο. Υπάρχουν απλώς κάποιες μέθοδοι αντιμετώπισής της, από την άποψη ότι βοηθούν τους ανθρώπους να βελτιώσουν την κοντινή όρασή τους. 

Η πρώτη, πιο παλιά, και αν θέλετε πιο δημοφιλής μέθοδος, είναι το monovision, δηλαδή το να στοχεύσουμε καλή κοντινή όραση στο ένα από τα δύο μάτια. Συνήθως διαλέγουμε το μη επικρατές μάτι.

Επικρατές, αποκαλούμε το μάτι με το οποίο σημαδεύουμε. Αν έχετε χρησιμοποιήσει ποτέ όπλο για να σημαδέψετε (έστω και στο Λούνα Παρκ!), ή αν θυμάστε τις παλαιότερες φωτογραφικές μηχανές στις οποίες έπρεπε να σημαδεύουμε προκειμένου να εστιαστούμε στο είδωλο που θέλαμε να απεικονίσουμε, τότε ξέρετε ακριβώς τι εννοούμε με τον όρο «επικρατές». Στην καθομιλουμένη, πολλοί άνθρωποι το αποκαλούν το «καλό μάτι». Το άλλο μάτι είναι το μη επικρατές και σ’ αυτό προσπαθούμε να «προκαλέσουμε» λίγη μυωπία. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ειδικά γυαλιά, είτε με ένα φακό επαφής, είτε με τοποθέτηση ειδικού φακού κατά τη διάρκεια μιας επέμβασης καταρράκτη, αν μιλάμε για άτομο μεγαλύτερης ηλικίας. Το monovision, δίνει τη δυνατότητα στο μη επικρατές μάτι να εστιάζει καλύτερα στα κοντινά αντικείμενα, και στο επικρατές να εστιάζει στα μακρινά. 

Βέβαια, το μειονέκτημά του είναι ότι έτσι, έχουμε απώλεια στερεοσκοπικής όρασης, δηλαδή, αντίληψης βάθους και τρισδιάστατης εικόνας, η οποία έχει ως προϋπόθεση να δουλεύουν και τα δύο μάτια μας ισοδύναμα. Στο monovision, θυσιάζουμε ένα ποσοστό στερεοσκοπικής όρασης, κάτι που επηρεάζει διαφορετικά κάθε άνθρωπο. Κάποιοι το ανέχονται περισσότερο, κάποιοι λιγότερο, και κάποιοι καθόλου. 

Όπως διδάσκουμε εδώ και 15 χρόνια στα ετήσια σχετικά φροντιστήρια της Αμερικανικής Ακαδημίας και της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Χειρουργών Διαθλαστικής Χειρουργικής, η καλύτερη λύση, είναι να δοκιμάσουμε πρώτα τη συγκεκριμένη εφαρμογή με φακούς επαφής, στο ιατρείο. Δηλαδή, χρησιμοποιούμε στους ενδιαφερόμενους, τους αντίστοιχους φακούς επαφής που μπορούν να κάνουν προσομοίωση του φαινομένου του monovision, για να δούμε αν τους ταιριάζει και πόσο τους βοηθάει. Τα γυαλιά δεν μπορούν να δώσουν τόσο ρεαλιστική εικόνα όσο οι φακοί. Αν ο/η «ασθενής» αποφασίσει τελικά να κάνει μόνιμα αυτή τη διόρθωση, μπορεί να την κάνει με το γνωστό laser, που διορθώνει μυωπία, υπερμετρωπία ή/και αστιγματισμό.
 

Μια άλλη μέθοδος αντιμετώπισης είναι να γίνει ο κερατοειδής του ματιού πολυεστιακός, εφόσον βέβαια ο/η ενδιαφερόμενος/η πρόκειται να υποβληθεί σε επέμβαση μυωπίας, ή υπερμετρωπίας, ή αστιγματισμού. Με μία ειδική σμίλευση, οι κερατοειδείς (ή ο ένας ή και οι δύο), γίνονται πολυεστιακοί, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα για ταυτόχρονα μακρινή και κοντινή όραση. Είναι μία τεχνική που έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν αλλά δεν είχε ιδιαίτερα μεγάλη επιτυχία, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι γιατροί, τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην Αμερική, εξακολουθούν να την εφαρμόζουν. Η προσομοίωση της τεχνικής αυτής, μπορεί επίσης να γίνει με πολυεστιακούς φακούς επαφής στο ιατρείο.

Η τρίτη επιλογή είναι να τοποθετηθούν μέσα στον έναν από τους δύο κερατοειδείς, ειδικοί φακοί που λέγονται στα αγγλικά inlays, και αποτελούν συνθετικά ενθέματα τα οποία μπορούν να δώσουν τη δυνατότητα της πολυεστιακότητας. 

Παρόλα αυτά, ακόμα και σε αυτή την τεχνική έχουν υπάρξει αρκετά προβλήματα, και πολλοί από τους φακούς χρειάστηκε να αφαιρεθούν, καθώς επηρέαζαν την ποιότητα της βραδινής όρασης και προκαλούσαν «φωτοστέφανο» ή διπλό είδωλο σε φωτεινά αντικείμενα. Σίγουρα, δεν αποτελεί ριζική λύση ούτε και θεραπεία του προβλήματος της πρεσβυωπίας. Είναι απλώς ένας τρόπος μερικής αντιμετώπισης. 

Η τέταρτη κατηγορία είναι οι πολυεστιακοί ενδοφακοί που χρησιμοποιούνται κατά την επέμβαση του καταρράκτη. Πρόκειται για μία λύση που έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορες μορφές τα τελευταία 20 χρόνια. Η πιο πρόσφατη μορφή της, με τους διπλοεστιακούς, πολυεστιακούς ή τριπλοεστιακούς φακούς, δείχνει να έχει αρκετούς οπαδούς τόσο στους χειρουργούς-οφθαλμίατρους, όσο και στους ενδιαφερόμενους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρόλα αυτά, και αυτή η μέθοδος προϋποθέτει ορισμένους αντικειμενικούς συμβιβασμούς, σε ό,τι αφορά στην αίσθηση αντίθεσης και στην ποιότητα όρασης, κυρίως σε δραστηριότητες όπως η βραδινή οδήγηση, και γενικά σε χαμηλό φωτισμό.

Η ομάδα μας στο Laservision, ανέπτυξε πρόσφατα μία ελάχιστα επεμβατική επέμβαση, τη διαθλαστική διασύνδεση κολλαγόνου. Με αυτήν, ο ειδικός μπορεί να παρέμβει σε ένα από τα δύο μάτια (στο μη επικρατές), και να του προκαλέσει λίγη μυωπία, έτσι ώστε να δημιουργήσει μία μικρή αίσθηση monovision (την πρώτη τεχνική που αναφέραμε). Αυτό γίνεται χωρίς laser, με την τεχνική PiXL, κατά την οποία χρησιμοποιούμε μόνο σταγόνες ριβοφλαβίνης (βιταμίνης Β2) και ειδικό φως (UVA). Είναι μία τεχνική που ξεκίνησε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2013, η οποία έχει ήδη δημοσιευτεί και παρουσιαστεί στα παγκόσμια συνέδρια, και για την οποία η ομάδα μας κατέχει την παγκόσμια πρωτοπορία! 

Βέβαια, και σ’ αυτή την περίπτωση, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να θυσιάσουν ένα μέρος της συνεργασίας των δύο ματιών τους, και συνεπώς, το επίπεδο στερεοσκοπικής όρασης. Καλό είναι αν όχι απαραίτητο πριν πάρουν την απόφαση, να δοκιμάσουν και αυτή τη μέθοδο, με το σενάριο της εφαρμογής των αντίστοιχων φακών επαφής στο ιατρείο.

Το συμπέρασμα είναι ότι σήμερα υπάρχουν πολλές λύσεις για την πρεσβυωπία, άλλες καλύτερες, άλλες λιγότερο καλές. Καμία από αυτές δεν είναι καλή για όλους, καθώς η αντιμετώπιση της πρεσβυωπίας πρέπει να είναι απόλυτα εξατομικευμένη. Πρέπει δηλαδή, ο έμπειρος χειρουργός-οφθαλμίατρος, να μελετήσει τις δραστηριότητες κάθε ατόμου που έχει πρόβλημα πρεσβυωπίας, και να καταλάβει για παράδειγμα πόσες ώρες οδηγεί το βράδυ, αν έχει δοκιμάσει στο παρελθόν πολυεστιακά γυαλιά ή πολυεστιακούς φακούς επαφής κλπ. 

Προσωπικά, η 25ετής εμπειρία μου σε επεμβάσεις με laser, εμπλουτίστηκε πολύ όταν πραγματοποιήσαμε τέτοιες επεμβάσεις σε πιλότους αεροπλάνων. Η εργασία των πιλότων εξαρτάται πάρα πολύ από την ποιότητα της όρασής τους. Οι περισσότεροι από αυτούς, εμφανίζουν συνήθως μια πολύ ελαφριά υπερμετρωπία σε ηλικία μεταξύ 45 και 55 ετών. Πραγματοποιώντας λοιπόν επεμβάσεις υπερμετρωπίας σε πάρα πολλούς πιλότους την τελευταία δεκαετία, συνειδητοποιήσαμε ότι καθένας από αυτούς ήταν διαφορετικός. Άλλοι επέλεξαν σενάρια monovision, άλλοι προτίμησαν να διορθωθεί η μακρινή όρασή τους και να φορέσουν πρεσβυωπικά γυαλιά για κοντά, και ούτω καθεξής. Αυτή η αρχή ισχύει και για το γενικό πληθυσμό. 

Βάσει του πρωτοκόλλου που ακολουθείται στο ινστιτούτο μας, δοκιμάζονται πρώτα αυτά τα σενάρια σε κάθε ενδιαφερόμενο, έτσι ώστε να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε μία πραγματική εικόνα σχετικά με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του στην καθημερινή ζωή, και να μπορέσουμε να τον βοηθήσουμε όσο γίνεται καλύτερα, να αντιμετωπίσει το υπογραμμίζω αυτόκαι όχι να θεραπεύσει την πρεσβυωπία.